Έγκλημα και τιμωρία

Έγκλημα και τιμωρία: Αθήνα
3
Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι μεταφέρεται στην Αθήνα του σήμερα, σε μια παράσταση που ακολουθεί, μάλλον άνισα αυτήν τη φορά, τη σκηνοθετική ταυτότητα του Βασίλη Μπισμπίκη για έναν ωμό, underground ρεαλισμό.
Υπάρχουν δίκαιοι φόνοι; Δικαιολογείται ένας δολοφόνος, αν αφαιρέσει από την κοινωνία ένα “καρκίνωμα”; Πώς στεκόμαστε στο γεγονός ότι το κράτος διατηρεί το δικαίωμα στη νόμιμη δολοφονία; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα της παράστασης, που παίρνει αφορμή από το ηθικό δίλημμα του μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι, σε μεταγραφή και πρωτότυπη δραματουργία των Γιάννη Μελιτόπουλου και Βασίλη Μπιμπίκη. Εδώ, η δράση τοποθετείται γύρω από την Ομόνοια , όπου κινείται ο Μιχάλης, ένας πρώην φοιτητής εγκληματολογίας, που διακηρύττει τις –εμπνευσμένες από τον Νίτσε και την αναρχία– απόψεις του στο κανάλι του στο YouTube. Η παράσταση τον παρακολουθεί στις νυχτερινές διαδρομές του, πριν και μετά τη δολοφονία μιας γριάς τοκογλύφου, και παράλληλα εκθέτει την προσωπική του ζωή, σημεία της οποίας συναντούμε και στον Ντοστογιέφσκι: τον επικείμενο γάμο συμφέροντος της αδερφής του με ένα “λαμόγιο”, την απόπειρα βιασμού της από το πρώην αφεντικό της, τον έρωτα του Μιχάλη για μια “αγία πόρνη”, τη Σόνια.
Πηνελόπη Γερασίμου©
Έτσι, ο Μπισμπίκης δράττεται της ευκαιρίας για να εισαγάγει κι άλλες θεματικές, την τοξικότητα της “θεοσεβούμενης” ελληνικής οικογένειας, τη γυναικεία κακοποίηση, τα κεκτημένα του #metoo. Και βέβαια, τοποθετώντας τη δράση στην Ομόνοια, ανεβάζει το underground στη σκηνή, τα κακόφημα στέκια και ξενοδοχεία, τις τραβεστί, τους ναρκομανείς, τις ιερόδουλες.
Ανδρέας Σιμόπουλος©
Η παράσταση διακρίνεται από την τραχιά ομορφιά που χαρακτηρίζει τις δουλειές του σκηνοθέτη με την ομάδα του Cartel, ωστόσο παραδίδεται άνιση, σαν να έχουν δημιουργηθεί δύο κόσμοι που δεν συναντιούνται. Ίσως επειδή δεν κυριαρχούν το κομμάτι της ηθικής διάστασης της δολοφονίας, των ιδεολογικών προβληματισμών που εγείρει, ούτε καν η αντιπαράθεση του Μιχάλη (Θοδωρής Σκυφτούλης) με τον ανακριτή Πορφύρη (Βασίλης Μπισμπίκης). Όσο η παράσταση εστιάζει εκεί, διατηρεί το ενδιαφέρον, οι σκηνές μεταξύ των δύο είναι ωραίες (και ο Μπισμπίκης μάς χαρίζει μια γλαφυρή σύγχρονη απόδοση του ήρωα), όπως κι αυτές μεταξύ του Μιχάλη και της Σόνιας (Έρρικα Μπίγιου).
Ανδρέας Σιμόπουλος©
Ίσως, επίσης, επειδή η επιδίωξη για ωμό ρεαλισμό φαίνεται βεβιασμένη και το underground πλαίσιο δεν προκύπτει ως αναγκαία συνθήκη –σε σημεία, μάλιστα, δείχνει κραυγαλέο–, κάποιοι ήρωες παρουσιάζονται ως καρικατούρες (ο γαμπρός του Μάνου Καζαμία, η Κατερίνα της Νίκης Σερέτη), τα μηνύματα εκφέρονται, ενίοτε, αποτυχημένα (όπως το τραγούδι για το “τέλος της σιωπής” της Ιώβης Φραγκάτου) και η παράσταση φλερτάρει με το κωμικό συναίσθημα που προκαλούν οι cult b movies.
Ανδρέας Σιμόπουλος©
Πέρα απ’ αυτά, ο Μπισμπίκης στήνει ένα πολυπρισματικό θέαμα με κινηματογραφικά στοιχεία (κινηματογράφηση: Φίλιππος Ζαμίδης), εισάγει ωραία στο χώρο του θεάτρου τη ζωή της πόλης, εκμεταλλεύεται όλο το χώρο της σκηνής –αλλά και μέρος της πλατείας– και των τεχνολογικών δυνατοτήτων της και παραδίδει μερικές σκηνές άγριας ομορφιάς και υπόγειας ποιητικότητας: το χορό της Σόνιας με τον πατέρα της –συγκινητικός ο Τσέζαρις Γκραουζίνις στο ρόλο του Μαρμελάντοφ–, την οπερατικής ποιότητας δολοφονία της Αλίνας (Μπέττυ Βακαλίδου), το νέο -που διαφοροποιείται από του πρωτότυπου και ανοίγει διάλογο με την πλατεία- φινάλε. Επιδραστικό το αισθητικό περιβάλλον που συνδημιουργούν ο Κέννυ Μακ Λέλλαν (σκηνικά), ο Γιώργος Σεργεδάκης (κουστούμια) και ο Σάκης Μπιρμπίλης (φωτισμοί).
Το Εγκλημα και Τιμωρία αποτελεί μια βαθιά καταβύθιση στα μύχιά της ανθρώπινης ψυχής. Ο συγγραφέας προχωρά και ανατέμνει ψυχικές δομές της ανθρώπινης ύπαρξης «απαντώντας» σε ερωτήματα όπως «η ψυχή του ανθρώπου αντέχει στο φόνο;» ή «η ψυχή του ανθρώπου αντέχει στην απόκρυψη της αληθινής της φύσης;», διεισδύοντας στις πιο εσωτερικές φωνές ενός προσώπου, πιο συγκεκριμένα του Ρασκόλνικοφ. Τέλος, «ζωγραφίζει», στήνει σκηνικά, σκιαγραφεί ανθρώπινους χαρακτήρες, μεταφέρει τον παλμό των κοινωνικών αντιθέσεων και τη μυρωδιά της πολιτικής κατάστασης στα χρόνια μετά τον Ναπολέοντα.
Ο Ντοστογιέβσκι έβλεπε τη συνείδηση σαν μια κονίστρα αντιδικίας και μόνιμης λογομαχίας, έναν ανοίκειο χώρο πυκνοκατοικημένο από όλες τις δόλιες εκφάνσεις του «εγώ» και του «εσύ». Οδηγήθηκε στο φόνο σαν από κάποια αναγκαιότητα, σε μια κατάσταση οριακή ψυχικά και σωματικά, και εξαντλεί όλες του τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις για να μην αποκαλυφθεί. Κινείται στο «κόκκινο» και μαζί του συμπάσχουμε κι εμείς, όχι μόνο στη φονική πράξη αλλά και σε ό, τι ακολουθεί. Γιατί γρήγορα διαψεύδεται η αρχική του πεποίθηση ότι ο φόνος θα ολοκληρωθεί όταν απλά θα έχει συντελεστεί η πράξη.
Ο «ιδεολόγος εγκληματίας» Ρασκόλνικοφ αποτελεί έναν άνθρωπο που υψώνει την ελευθερία της βούλησης ενάντια σε ό, τι θεωρεί κατεστημένο, που χωρίς κανένα φανερό καταναγκασμό –ούτε καν εξωτερικό κίνητρο-, επιλέγει «ελεύθερα», να διαπράξει τη βαρύτερη αμαρτία, δοκιμάζοντας τα όριά του. Η στάση αυτή του Ρασκόλνικοφ αντικατοπτρίζει την θεωρία του Ντοστογιέφσκι, ο οποίος υποστηρίζει: «Το έγκλημα δεν πρέπει να κρίνεται με τις καθιερωμένες θεωρίες. Η φιλοσοφία του είναι κάπως περισσότερο πολύπλοκη απ’ ό,τι νομίζεται. Έχει αναγνωριστεί πως ούτε η φυλακή, ούτε η απειλή της κρεμάλας, ούτε οποιοσδήποτε άλλος τρόπος εξαναγκασμού μπορούν να θεραπεύσουν τον εγκληματία.»
Σε αυτό το θεωρητικό υπόβαθρο πατά η σκηνοθετική προσέγγιση και μεταγραφή του κλασικού κειμένου από το Βασίλη Μπισμπίκη, ο οποίος φέρνει στη Στέγη ένα παζλ της λούμπεν σκηνής της Αθήνας, παραδίδοντας μια εξελληνισμένη εκδοχή του εμβληματικού έργου, με τρόπο παράδοξο και ίσως πολύ ελληνικό για κάποιους, που όμως αποδίδει ακέραια το μεδούλι του έργου. Μια τρανς τοκογλύφος, αστυνομικοί που χαρτοπαίζουν στα μπαρ, ένα ξενοδοχείο κακόφημο στο κέντρο της Αθήνας, οι white trash της πόλης- κλέφτες, πρεζάκια, οι εργάτες, μια θρήσκα μάνα που όμως δεν διστάζει να δώσει την κόρη της σε έναν πολύ μεγαλύτερο πετυχημένο δικηγόρο για να σώσει την τιμή της μετά το βιασμό της, ένας Ρώσος μέθυσος, μια αμαρτωλή αλλά new age πόρνη που επιβιώνει μέσα από το διαλογισμό, και φυσικά ο επιθεωρητής Πορφύρης, έξοχος στη συμπεριφορική ανάλυση που γίνεται το alter ego του Μιχάλη – Ρασκόλνικοφ, και τον καταδιώκει μέχρι να ομολογήσει. Ο Μπισμπίκης χτίζει ένα καλειδοσκόπιο ανθρώπων που συνθέτουν το κοινωνικό πλαίσιο που ωθεί τον ήρωα στη δολοφονία αλλά και την ανάπτυξη της θεωρίας των ξεχωριστών ανθρώπων, που δεν θα πρέπει να διστάζουν ακόμα και να σκοτώσουν, αν θεωρήσουν ότι έτσι θα βοηθήσουν το κοινωνικό σύνολο να εξαγνιστεί.
Η αναγνωρίσιμη πλέον σκηνική γλώσσα του Μπισμπίκη, που έχει έντονα τα στοιχεία της βίας και της έντασης, καταφέρνει με ρεαλιστική δύναμη να αποδώσει το δραματικό ζόφο του ντοστογιεφσκικού «κόσμου», το ψυχικό άλγος των πρωταγωνιστικών προσώπων και να εικονοποιήσει επιτυχημένα την αντίληψή του για την εσωτερική σύγκρουση ατομικής ελευθερίας και κοινωνίας, συνείδησης και ευθύνης, αλήθειας και ανάγκης. Ωστόσο, η παράσταση έχει κάποιες σημαντικές αδυναμίες, με κυριότερη την οριακή φλυαρία κάποιων σκηνών, τη μεγάλη, κατά συνέπεια διάρκεια της παράστασης, και τις κάπως άνισες ερμηνευτικές αποδόσεις, που σε κάποιο βαθμό καλύπτονται από τις βασικές ερμηνείες και τη συνολική απόδοση.
Αξίζει βέβαια να ειπωθεί ότι ο διευρυμένος χρόνος ίσως είναι αναγκαίος για τη δόμηση ενός ολόκληρου κόσμου, για το χτίσιμο της ατμόσφαιρας. Και σε αυτό ο Βασίλης Μπισμπίκης επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό. Όχι μόνο χτίζει την ατμόσφαιρα που επιθυμεί, αλλά καταφέρνει να εμπλέξει συναισθηματικά το θεατή του, γεγονός που είναι και η μεγάλη επιτυχία της παράστασης. Η αναπαραγωγή μιας πραγματικότητας με την αλήθεια της, και σίγουρα με τα κλισέ της, είναι παρούσα επί σκηνής – αλλά και εκτός. Η κινηματογράφηση στους δρόμους της νυχτερινής Αθήνας, πετυχαίνει το σκοπό της φέρνοντας στο κοινό κάτι οικείο: η περιπλάνηση του ταραγμένου ήρωα στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης του δίνει το χώρο και το χρόνο να συνομιλήσει με την ψυχή του, να θέσει στον εαυτό του τα ερωτήματα που τον απασχολούν, πρίν επιστρέψει στη σκηνή και την ανυπόφορη συνδιαλλαγή του με όλο αυτό το ζοφερό περιβάλλον. Προφανώς η χρήση του βίντεο δεν είναι κάτι νεωτερίζον, ωστόσο στη συγκεκριμένη παράσταση προσφέρει την αναγκαία συνθήκη για την ψυχική περιπλάνηση του ήρωα στα μύχια της συνείδησης και της λογικής του.
Ενδιαφέρουσα αν και ίσως κάπως απότομη η τελευταία σκηνή, με την ομολογία του Μιχάλη στο κοινό : Έτσι η τιμωρία δεν αποτελεί το τερματικό στοιχείο του έργου, αλλά επιτρέπει την έμφαση στην πορεία προς την αναγκαιότητα της. Η σχέση του Ρασκόλνικοφ με τη Σόνια είναι άκρως ενδεικτική, ακόμα και την ώρα της ομολογίας. Η Σόνια ξέρει πόσο υποφέρει ο Ρασκόλνικοφ και αυτή θα τον αγκαλιάσει. Δεν κοιτάζει μόνο τον εγκληματία, βλέπει και τον τιμωρημένο. Εδώ βρίσκουμε ένα άλλο νοητικό σχήμα που συνδυάζεται με το πρώτο του ανακριτή Πορφυρή. Ο δράστης βρίσκεται ανάμεσα στη γνώση χαι στην αθωότητα. Προβληματίζεται ως δίκαιος και εξετάζει τα όριά του. Ενώ πίστευε ότι μπορεί μόνος του να δημιουργήσει τον κόσμο του, ακόμα και το εσωτερικό του, ο δίκαιος μετά από το έγκλημα του, την υπέρβαση του, δεν μπορεί να λυτρωθεί παρά μόνο με τη γνώση και την αθωότητα.
Η παράσταση ευτυχεί να έχει κάποιες σημαντικές ερμηνείες που συντελούν τα μέγιστα στην ολοκλήρωση της σκηνοθετικής προσπάθειας.
Ο Θοδωρής Σκυφτούλης, σαν βγαλμένος από το ρωσικό μυθιστόρημα, ερμηνεύει το Μιχάλη Σχίζα – Ρασκόλνικοφ και καταφέρνει να αποδώσει τόσο σωματικά όσο και λεκτικά το ψυχικό άλγος του ήρωα του, την απόγνωση, την σταδιακή του κατάρρευση, διατηρώντας ωστόσο και τα ψήγματα αυτοπεποίθησης όταν χρειάζεται. Μια συναισθηματική, γεμάτη ερμηνεία.
Η Άννα Μάσχα ερμηνεύει έξοχα τη μητέρα του Μιχάλη, με τη γνήσια εσωτερική αλήθεια της, συμβάλλοντας στην κορύφωση του δραματικού στοιχείου. Η σκηνή της έκρηξης της στην πρώτη επικοινωνία της με το γιο της, μέσω skype, είναι μάθημα ερμηνευτικού μέτρου, ενώ είναι ιδιαίτερα συγκινητική η σιωπηρή μικρή χορευτική σκηνή της, μετά τη διάλυση του αρραβώνα, όταν ακροπατεί μεταξύ κατάρρευσης και γονικού καθήκοντος.
Μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της παράστασης είναι αυτή του Τσέζαρις Γκραουζίνις, στο ρόλο του Ρώσου μέθυσου. Με τη σοφία του ανθρώπου που λαθεύει και το ξέρει, αλλά και την ευγένεια του ξεπεσμένου αστού, φέρνει στη σκηνή με σοβαρή ερμηνευτική εμβάθυνση  το Ζαχαρία Μαρμελάντωφ. Η σκηνή της κηδείας του και του «χορού» με την κόρη του, είναι ιδιαίτερα συγκινητική και ξεχωριστή.
Αγνώριστος ο Βασίλης Μπισμπίκης ερμηνεύει με την αναγκαία άνεση και ευφυία τον επιθεωρητή Πορφύρη, που ανακρίνει με μεγάλη ικανότητα τον Μιχάλη. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ντοστογιέφσκι έθεσε, μέσα από τον Πορφύρη, τις βάσεις της ανακριτικής διαδικασίας. Δε λείπει και το ειρωνικό σχόλιο για την αστυνομία, μέσα από τις συνήθειες που παρουσιάζονται στο αστυνομικό τμήμα.
Ιδανική Σόνια η Έρρικα Μπίγιου συνδυάζοντας την ομορφιά και σαγήνη του ερωτικού αντικειμένου με την με πρωτόπλαστη «αφέλεια» της βαθιά καλόψυχης φύσης της.
Δωρική, με το σκοτεινό χιούμορ που επιβάλλεται η Αλίνα της Μπέτυς Βακαλίδου, ενώ πολύ ενδιαφέρουσα η στα έμφυλα όρια ερμηνεία του Δημήτρη Παπάζογλου. Η ερμηνεία του Μάνου Καζαμία ήταν έντονη, ίσως λίγο περισσότερο επιτηδευμένη ανά στιγμές, ενώ η Νίκη Σερέτη σε έναν πολύ απαιτητικό ρόλο δημιούργησε μια αναγνωρίσιμη γυναίκα που πάσχει. Ο Κώστας Φαλελάκης φέρει μια διαρκή αίσθηση απειλής στη σκηνή ως Αρκάδης Πονηρίδης ενώ η Ιώβη Φραγκάτου ερμήνευσε την Ντίνα Σχίζα με γήινη αμεσότητα. Ο Φοίβος Παπακώστας και ο Στέλιος Τυριακίδης ξεχώρισαν στους ρόλους του άπειρου, αλλά αποφασισμένου αστυνομικού, και πιστού φίλου αντίστοιχα.
Το ερμηνευτικό σύνολο πλαισιώνουν επάξια οι Λευτέρης Αγουρίδας, Γιανμάζ Ερντάλ, Διονύσης Κοκκοτάκης (Κώστας Κρόκος), Edgen Lame, Νατάσα Παπανδρέου, Γιώργος Σιδέρης Νικολέτα Χαρατζόγλου.
Η μουσική επένδυση με σουξέ και λαϊκά τραγούδια έρχεται να συνδράμει καίρια στην αναπαράσταση της ζωής των απλών ηρώων. Πολύ λειτουργικά τα σκηνικά, με τη χρήση όλης της σκηνής σε βάθος και πλάτος, δημιουργούσαν την ατμόσφαιρα των υπο-κοσμικών χώρων της Αθήνας. Τα live video ίσως χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο από όσο έπρεπε, ενώ η είσοδος όλου αυτού του κατασκευάσματος επί σκηνής στην τελευταία σκηνή αποπροσανατολίζει το θεατή.
Πολύ ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, ενέτειναν το ζόφο, και έπαιζαν με τις ποιότητες των επι μέρους χώρων πολύ επιτυχημένα.
Στο σύνολο της είναι μια παράσταση που παρά τις ατέλειες της κατορθώνει να δημιουργήσει την αναγκαία εκλαϊκευμένη και εξελληνισμένη ντοστογιεφκική ατμόσφαιρα, αποδεικνύοντας ότι ένα κλασικό έργο μπορεί να «διαβαστεί» με σύγχρονη σκηνική αντίληψη, χωρίς να λείψει ο οφειλόμενος σε αυτό σεβασμός, χωρίς να αλλοιωθούν τα αισθητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το δημιουργό του έργου και κυρίως χωρίς να χαθεί η ουσία του.
Συντελεστές:
Παίζουν οι Λευτέρης Αγουρίδας (Ανέστης Πανούσης), Μπέττυ Βακαλίδου (Αλίνα Ιωάννου), Τσέζαρις Γκραουζίνις (Ζαχαρίας Μαρμελάντωφ), Γιανμάζ Ερντάλ (Εργάτης), Μάνος Καζαμίας (Πέτρος Λούτζης), Διονύσης Κοκκοτάκης (Κώστας Κρόκος), Edgen Lame (Φτερωτός Ερμής), Άννα Μάσχα (Μάνα), Έρρικα Μπίγιου (Σόνια Μαρμελάντοβα), Βασίλης Μπισμπίκης (Πορφύρης Πετρίδης), Δημήτρης Παπάζογλου (Μαρικόν), Φοίβος Παπακώστας (Γρηγόρης), Νατάσα Παπανδρέου (Ηρώ Ίνι), Νίκη Σερέτη (Κατερίνα Μαρμελάντοβα), Γιώργος Σιδέρης (Ηλίας), Θοδωρής Σκυφτούλης (Μιχάλης Σχίζας), Στέλιος Τυριακίδης (Δημήτρης), Κώστας Φαλελάκης (Αρκάδης Πονηρίδης), Ιώβη Φραγκάτου (Ντίνα Σχίζα), Νικολέτα Χαρατζόγλου (Νατάσσα).
Μεταγραφή & Πρωτότυπη Δραματουργία: Βασίλης Μπισμπίκης, Γιάννης Μελιτόπουλος
Σκηνικά: Κέννυ Μακ Λέλλαν
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης
Κινησιολογική Επιμέλεια: Edgen Lame
Σχεδιασμός Φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Μετάφραση υπερτίτλων στα αγγλικά: Μέμη Κατσώνη
Ταυτόχρονος υπερτιτλισμός: Γιάννης Παπαδάκης
Μια ιδιαίτερη οικογενειακή ιστορία κρύβεται στο νέο δείγμα γραφής του ηθοποιού και συγγραφέα, που ακολουθεί το ρεύμα του νέου ελληνικού ρεαλιστικού θεάτρου. Ανεβαίνει σε μια αντίστοιχης αισθητικής παράσταση από τον Γιώργο Παλούμπη.
Το νέο έργο του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου εκτυλίσσεται σε ένα δευτεροκλασάτο σκυλάδικο στην Ελευσίνα, εν αναμονή της κηδείας της μητέρας του ιδιοκτήτη, Δημήτρη. Η ξαφνική εμφάνιση του αδερφού του, Σοφοκλή, που έλειπε για πέντε χρόνια χωρίς να δώσει εξηγήσεις ούτε σημεία ζωής, αλλάζει τις ισορροπίες στον μικρόκοσμο του μαγαζιού. Η παρουσία του, για την οποία δεν είναι προετοιμασμένος κανείς, φέρνει στην επιφάνεια ερωτηματικά που ζητούν απαντήσεις, θυμό που σιγόβραζε επί χρόνια και προκαλεί επώδυνες συναντήσεις του Σοφοκλή με τον αδερφό του, με τη γυναίκα του Μαρία, τραγουδίστρια του μαγαζιού, με τον κουμπάρο του Στέλιο, επίσης εργαζόμενο στο μαγαζί. Κι έτσι ξετυλίγεται ένα κουβάρι που φτάνει είκοσι πέντε χρόνια πίσω και αφορά στο δραματικό μυστικό που κρύβεται πίσω από τις συνθήκες δημιουργίας του νυχτερινού κέντρου, και μαζί ξετυλίγεται και η προσωπική ιστορία του Σοφοκλή, που τον οδήγησε στη φυγή.
©Patroklos Skafidas
Στο έργο υπάρχει και αναδύεται το δραματικό σύμπαν που γοητεύει τα τελευταία χρόνια τις θεατρικές πλατείες: ο αδρός ρεαλισμός, οι λαϊκοί άνθρωποι, το χιούμορ, η ωμή, αγοραία γλώσσα, οι σκληρές καταστάσεις που δίνονται χωρίς ωραιοποίηση μεν αλλά με κατανόηση για τους λούμπεν χαρακτήρες. Ειδικά η παρουσία του Σοφοκλή φέρνει το θεατή προ εκπλήξεως (με ένα συγγραφικό εύρημα που αξίζει να μην αποκαλυφθεί εδώ) και υπόσχεται μια πολύ καλή συνέχεια, καθώς κλιμακώνει το ενδιαφέρον για τις διαπροσωπικές συγκρούσεις που προκύπτουν και για τις αποκαλύψεις που εκκρεμούν. Στην πορεία, όμως, η συνοχή χάνεται, όταν το κουβάρι της ιστορίας αρχίζει και απλώνεται, μέχρι να ξανασυγκεντρωθεί σε έναν πυρήνα και να αποκαλυφθεί εντέλει ένα συγκινητικό έργο για την αποδοχή και τη συγχώρεση.
©Patroklos Skafidas
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη ανασυνθέτει αυτό τον κόσμο, ποντάροντας στη δύναμη του ρεαλισμού και στη γοητεία του περιθωρίου, στοιχεία που εμφυσά τόσο στην καθοδήγηση των ηθοποιών όσο και στο συνολικό δραματικό σύμπαν, βοηθούμενος από την εύστοχη σκηνογραφία του παρακμιακού σκυλάδικου (Νατάσσα Παπαστεργίου) και τη μουσική (Κώστας Νικολόπουλος) – αν και δεν καταφέρνει να αντεπεξέλθει ικανοποιητικά στις αδυναμίες της δραματουργίας κι έτσι ο ρυθμός της παράστασης επιβαρύνεται σταδιακά. Παρ’ όλα αυτά ο “Κωλόκαιρος” είναι μια παράσταση που γοητεύει και συγκινεί, χάρη στο δυναμισμό της υπόθεσης και τις ζωηρές ερμηνείες. Οι ηθοποιοί, αν και δεν αποφεύγουν πάντα την παγίδα των φωνών ως μέσο δραματικής έντασης, ενσαρκώνουν ανθρώπους που δεν μας αφήνουν ασυγκίνητους, με τον Στάθη Σταμουλακάτο να ξεχωρίζει στον κομβικό ρόλο του Σοφοκλή και αποκορύφωμα τη συγκλονιστική δωρικότητα που επιδεικνύει στην πρώτη του είσοδο, όταν διεκδικεί το δικαίωμα να παρευρεθεί στην κηδεία της μητέρας του. Ακολουθούν χωρίς να υπολείπονται σημαντικά οι υπόλοιποι: Στέλιος Δημόπουλος (Δημήτρης), Θάνος Αλεξίου, απολαυστικός ως Μάκης, που αποφορτίζει με κωμικές πινελιές τη δραματική ένταση, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, με ωραίες εσωτερικές αποχρώσεις στο ρόλο του Στέλιου, και Βασιλική Διαλυνά (Μαρία).