«Ένα λεωφορείο» βασισμένο στο «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τεννεσσί Ουίλλιαμς,
σε μετάφραση και νέα απόδοση του Λιβανέζου συγγραφέα Wajdi Mouawad και
Σκηνοθεσία Κrzysztof Warlikowski, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Οποιος προσήλθε στην Πειραιώς 260 για να παρακολουθήσει το έργο του Τ.
Ουίλλιαμς «Λεωφορείο ο Πόθος», προφανώς απογοητεύτηκε. Επίσης όποιος το
έκρινε με βάση το πρωτότυπο, προφανώς βρήκε το «Λεωφορείο», ή το «τραμ»
εκτροχιασμένο.
Όμως ο σκηνοθέτης ήταν σαφής. Δεν τον ενδιέφερε η αφήγηση του έργου αλλά το
θέμα του. Ας τον κρίνουμε λοιπόν με βάση τις δικές του προθέσεις και όχι με
τις δικές μας προσδοκίες.
Μία πίστα μπόουλιγκ, ατμόσφαιρα 80’ς, δυνατή τέκνο-ροκ- ντίσκο μουσική ,
μία άγρια περφόρμανς υπό τους ήχους της pupl, «common people» και «all by
my self”, ένα δράμα νεροχύτη – κουζίνας, με το λαϊκό καμπινέ-μπάνιο παρόντα
επί σκηνής και ο σκηνικός χώρος να μην φιλοξενεί μόνο τη δράση του έργου
αλλά και το απείκασμα του διανοητικού κόσμου της ηρωίδας, με αναμνήσεις και
αναγνώσματα.
Μια λαϊκή τραγωδία με πρωταγωνίστρια κάποια Μπλανς Ντιμπουά που κατεβαίνει
από το Λεωφορείο στη στάση «Ο Πόθος», μπροστά στο ισόγειο διαμέρισμα της
αδελφής της, μαζί με τουρίστες, μετανάστες και άλλους ανέστιους.
Η επιστροφή της ηρωίδας στα Ηλύσια Πεδία μοιάζει με ταξίδι στις πύλες του
Αδη, ή για ένα πρόσωπο που θρηνεί ήδη το θάνατό του.
Αλλά εξ αρχής έγινε φανερό πως αυτή η παράσταση είχε πρωταγωνίστρια όχι την
Μπλανς αλλά την Ιζαμπέλ Υπέρ. Το δικό της πρόσωπο γίνεται ο καθρέφτης της
Μπλανς. Κι από κει η εσωτερική της ρωγμή (διαψεύσεις, αποτυχίες,
ματαιώσεις) ρηγματώνει τον κόσμο γύρω της, έναν κόσμο που τρομάζει την
ιδιαιτερότητά της, την εξορίζει, αποδεχόμενος μόνον την κανονικότητα, την
χειραγωγημένη σεξουαλικότητα. Το αινιγματικό πρόσωπο της Υπέρ, ευαίσθητο
στην υπερέκθεση, με βλέμμα που καθρεφτίζει την απάθεια και την παραίτηση
αλλά ποτέ άδειο, πολλαπλασιασμένο στα video, μας παρουσιάζει μια Μπλανς
τζάνκι, μια παιδική Μπλανς που μας κέρδισε εξ αρχής με την απαγγελία του
παιδικού νανουρίσματος «αν πας στην ακρογιαλιά κι αφουγκραστείς ένα κοχύλι
της θάλασσας, τα’ ανεξερεύνητα τα μυστικά, όπως κρέμεσαι στο ακουστικό του
τηλεφώνου, κι αν δεν τα καταλάβεις, ο μπαμπάς, ο μπαμπάς θα σου τα
εξηγήσει». Προφανή τα παιδικά τραύματα, η άρνηση της ενηλικίωσης, η ενοχή
της σεξουαλικότητας, η ανάγκη για τη φυγή μέσα από ένα διακειμενικό
παραλήρημα, από το κείμενο του «Πόθου» έως το Συμπόσιο του Πλάτωνα, το
Λόρκα, το Φλωμπέρ, τα ιπποτικά μυθιστορήματα και το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
.Ανέσυρε λοιπόν ο σκηνοθέτης από το έργο, το τρίγωνο της βίας Μπλανς-
Στάνλευ-Στέλλα, για να αναδείξει σκηνικά τα αρχετυπικά δίπολα έρωτας-
θάνατος, οικείο-ξένο.
Παρά τις υπερβολές και την περιττή υπερσυσσώρευση κειμένων και συμβόλων, η
παράσταση διέθετε θεατρική συγκίνηση που κορυφώθηκε με την οριστική
μετάβαση της ηρωίδας στο χώρο του φανταστικού
Υπέροχα ευάλωτη και εύθραυστη η Υπέρ όταν παραδίδεται στην «καλοσύνη των
ξένων».
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ