«Αγγελοι στην Αμερική» του Τόνυ Κουσνέρ, σε Μετάφραση Γιώργου Δεπάστα και
Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία-Μουσική επιμέλεια Νίκου Μαστοράκη,
στην Πειραιώς 260.
Με ένα πολυβραβευμένο θεατρικό έργο των αρχών της δεκαετίας του 1990, το
«Angels in America” ξεκίνησε το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Ένα έργο που έγινε
γνωστό στο ευρύ κοινό μέσα από την τηλεοπτική του μεταφορά και
πρωταγωνιστές ηθοποιούς – ογκόλιθους σαν τον Αλ Πατσίνο, την Μέριλ Στριπ
και την Εμα Τόμσον. Το έργο ως μία άλλη «Αποκάλυψη τώρα» και με πυρήνα
του την ομοφυλοφιλία, μιλά για το τέλος μιας εποχής , αυτής του δυτικού
πολιτισμού, που βουλιάζει κάτω από τις «αμαρτίες» του. Κι αν για τους
υποκριτές μεσοαστούς πουριτανούς το AIDS είναι το ίδιο η τιμωρία της
αμαρτίας της σεξουαλικής απελευθέρωσης, για τον συγγραφέα είναι η ίδια η
υποκρισία, ο υφέρπων ρατσισμός, η ομοφοβία , η απληστία του πλούτου και της
εξουσίας, η απουσία αγάπης, συγνώμης και κοινωνικής αλληλεγγύης που βυθίζει
τα άτομα στην αποξένωση από τον ίδιο τους τον εαυτό, στη φυγή μέσω των
ουσιών και των ψυχοφαρμάκων.
Οι άγγελοι του έργου δεν προαναγγέλλουν την άμωμη σύλληψη. Αντίθετα
προβλέπουν τις δυσάρεστες αποκαλύψεις, αυτά που θα συμβούν, όσα απωθούν οι
άνθρωποι, τρομάζοντας από την αλήθεια τους.
Η δομή του έργου και η οξεία του γλώσσα φλερτάρει αφενός μεν με το
νατουραλισμό και την καταγγελτικότητα, αφετέρου δε με το σουρεαλισμό και τη
μαγεία, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρεί τον
εαυτόν του μεταμπρεχτικό, με την έννοια ότι τον ενδιαφέρει το κοινό να μην
παρασυρθεί συναισθηματικά από τις καταστάσεις και τη μοίρα των ηρώων αλλά
να τεθεί σε μία διαδικασία σκέψης για τον εαυτόν του.
Πόσο αλήθεια παρωχημένο μπορεί να θεωρήσει κανείς ένα τέτοιο κείμενο
σήμερα; Ποιος διαφωνεί ότι την τελευταία εικοσαετία, ο μεγάλος φόβος έχει
κατακλύσει τα πάντα;
Ο Μαστοράκης ανέγνωσε το έργο και το απέδωσε ως περφόρμανς. Οι ηθοποιοί
έπαιρναν τα μικρόφωνα και εκφωνούσαν το δράμα τους διαλογικά, πρωταγωνιστές
και θεατές συνάμα με συνδετικό κρίκο τη μουσική, σε μια σκηνή που είχε μόνο
τα απαραίτητα (ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ένα τραπέζι, μερικές καρέκλες κλπ),
υπό τη σκιά όμως μιας τεράστιας χωματερής καταναλωτικών αντικειμένων και
πολιτιστικών προϊόντων (ηλεκτρικών συσκευών, κλπ) που κινδύνευαν να τους
καταπλακώσουν (Μ. Παντελιδάκης).
Ο καταιγιστικός ρυθμός όμως από τη μια εξυπηρετούσε τη δημιουργία κλίματος
επικείμενης καταστροφής, από την άλλη όμως αφαιρούσε από το λόγο τη
συναισθηματική διείσδυση.
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Νίκος Χατζόπουλος, η Μ. Λυμπεροπούλου και ο
Χ. Λούλης, στάθηκαν στο ύψος των ρόλων τους με την σκηνοθετική μανιέρα που
τους ζητήθηκε, η Ζ. Δούκα απέδωσε την παρανοϊκή προσωπικότητα της αλλά
έπεσε στην παγίδα της υστερίας, η ερμηνεία του Θ. Ευθυμιάδη αδιάφορη, ενώ η
Σοφία Σεϊρλή ξεχώρισε ως άστεγη στη συνάντησή της με την Μορμόνο της
Λυμπεροπούλου. Εκείνος που ακύρωσε το ρόλο του διεφθαρμένου δικηγόρου με
μια εύκολη κραυγαλέα προσέγγιση, ήταν ο Δ. Λυγνάδης. Αρκεί να θυμηθεί
κανείς πόσο επιθετικές και ύπουλα βίαιες ήταν οι βρισιές όταν τις ξεστόμιζε
ο Αλ Πατσίνο για να καταλάβει τη διαφορά.
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ