ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
«ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ – Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ» της Λένας Κιτσοπούλου, στην Πειραιώς 260
Εάν στόχος της Κιτσοπούλου είναι να δημιουργεί με τα έργα και τις
σκηνοθεσίες της, μια μόνιμη αμφιθυμία στο κοινό να την αποδεχθεί ή όχι, εάν
στόχος της είναι η πρόκληση και το σοκ σε ένα θεατρόφιλο, φεστιβαλικό κοινό
εθισμένο πια στα πάντα, ο στόχος επετεύχθη εν μέρει. Κι αυτό γιατί ο
«Αθανάσιος Διάκος» της, πράγματι συντήρησε το αντιφατικό συναίσθημα
αποδοχής και απόρριψης, αλλά δεν κατάφερε να στριμώξει το μεσοαστικό της
κοινό, ούτε καν αυτό της μέσης ηλικίας!!!
Το οποίο χειροκροτούσε, γελούσε και επιδοκίμαζε τόσο ενθουσιασμένο, σαν να
μην αφορούσε η καταγγελία της καλλιτέχνιδος το ίδιο, αλλά κάποιους άλλους
Ελληνες, κάποιους άλλους μη εκλεπτυσμένους Ελληναράδες, νεόπλουτους,
ρατσιστές, λαϊκιστές, τζάμπα μάγκες, βιαστές κλπ., που είναι υπεύθυνοι για
την κρίση που μαστίζει τη χώρα.
Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι ας αναφερθούμε στο ίδιο το εφεύρημα
της συγγραφέως. Ο ήρωας της Επανάστασης λοιπόν που πέρασε στη λαϊκή
μυθολογία εξ αιτίας του βασανιστικού του θανάτου διά «ανασκολοπισμού»,
σώζεται από κάποιον από μηχανής θεό και μαζί με την Κρουστάλλω τη μνηστή
του, διαπερνούν δύο αιώνες και προσγειώνονται στην Αθήνα του σήμερα, όπου
διατηρούν ψησταριά στου Ψυρρή με το brand name «Αθανάσιος Διάκος».
Σημειωτέον δε, ότι η Κρουστάλλω διατηρεί δεσμό με τον Κούρδο μετανάστη
ντελιβερά που έχουν στο μαγαζί και μάλιστα κυοφορεί το παιδί του.
Μ’ αυτόν τον βαλκάνιο παραλογισμό και σε έναν κατ’ αρχήν απολαυστικό
ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο αλά Μποστ, και με την αισθητική ενός εξωφρενικού
λαϊκού κιτς, η Κιτσοπούλου προσπαθεί να αρθρώσει την καταγγελία της. Ηρωες
δεν υπάρχουν πια, τα οράματα μας εγκατέλειψαν, η χυδαιότητα κάλυψε τα
πάντα.
Ο ήρωάς της κατάντησε ένας χυδαίος βιαστής, δολοφόνος που καταριέται την
ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε στη σύγχρονη εποχή.
Η συγγραφέας βιώνει τις ανθρώπινες σχέσεις ως έναν βιασμό διαρκείας. Οι
εικόνες της αναπαριστούν υστερικά αλλά και αναπαράγουν τον βιασμό των
συμβόλων, των εννοιών, της ιστορίας και κυρίως της γυναίκας.
Ενας εσταυρωμένος που δεν μπορεί να ουρήσει γιατί τον εμποδίζει ο σταυρός,
μία Ευα-Τσιτσιολίνα γυμνόστηθη αυτοκτονεί σκορπίζοντας ένα καλάθι μήλα,
αφού προηγουμένως έχει κακοποιηθεί από τον Αδάμ, ο Κούρδος μετανάστης με το
μηχανάκι του ντελίβερι ή οδηγώντας το υβριδικό αυτοκίνητο του αφεντικού –
Διάκου, κυκλοφορεί στην αλάνα του πρώην εργαστασίου του Τσαούσογλου που
φιλοξενεί τη σκηνή, τραγούδια της Ρίτας Σακελλαρίου και του Καζαντζίδη , ο
βιασμός της Κρουστάλλως πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και ο σφαγιασμός του
τέλους της, έριχναν διαρκείς ριπές που σαμποτάριζαν το χιουμοριστικό λόγο,
εναλλάσσοντας την κωμωδία με τη φρίκη και το μαύρο χιούμορ.
Ο λόγος ανοικονόμητος, άλλοτε εύστοχος, άλλοτε χωρίς κατεύθυνση, μια
δραματουργία που ξεχείλωνε χωρίς εσωτερική εστία, με τη βωμολοχία να
περισσεύει , οι σκληρές γυμνές σκηνές άλλοτε χρήσιμες και άλλοτε να
ξεπέφτουν σ’ έναν καλλιτεχνικό ναρκισσισμό δίχως όρια.
Το εγχείρημα διασώζουν όσο μπορούν, οι ερμηνείες των Καραθάνου, Κολιανδρή
και Κότσιφα καθώς και η ερμηνευτική παρέμβαση του Γιάννου Περλέγκα, όμως
πιστεύω πως η Κιτσοπούλου κινδυνεύει να πνιγεί μέσα στη θάλασσα των ιδεών
και του ταλέντου της, ίσως και από την εικονογράφηση της ίδιας της της
οργής.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ