ΕΠΙΛΟΓΕΣ
ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΟΥ του Ιάκωβου Καμπανέλλη
Από το ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ του Σπύρου Ευαγγελάτου
Εικοσιπέντε περίπου χρόνια έχουν περάσει από τότε που το Θέατρο Τέχνης
και ο Κάρολος Κουν πρωτοπαρουσίασαν το έργο σε ένα κοινό που βρισκόταν
ακόμα κάτω από την έξαψη των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων και της της
ανάγκης για πολιτική συνειδητοποίηση και αυτογνωσία. Κοινό και κριτική το
επεφήμισαν.
Ένα έργο, απολαυστική σάτυρα της καταγωγής αλλά και παθολογίας της
ελληνικής μεταπρατικής αστικής τάξης και του κεφαλαίου γενικότερα.
Γραφή από πρώτη άποψη ρεαλιστική αλλά με άφθονες σουρεαλιστικές πινελλιές
έως και μια υποδόρια ποίηση της νοσταλγίας.
Ο pater famillias – σύμβολο όχι μόνο του γεννήτορα αλλά της ίδιας της
αστικής τάξης, επιβιώνει νεκροζώντανος σ’ ένα κρεββάτι.
Οι επίγονοι είναι επιοικώς άχρηστοι αλλά το σύστημα κουτσά στραβά
συντηρείται.
Τα 25 χρόνια που πέρασαν απλά επιβεβαίωσαν την απαισιόδοξη άποψη του
συγγραφέα που διέβλεπε με θαυμαστή οξυδέρκεια όσα το τέλος του 20ου αιώνα
μας επεφύλαξε.
Η παράσταση του Ευαγγελάτου μέσα στο σκηνικό της Αγνής Ντούτση στα χρώματα
του εκρού( ή νεκρού όπως χλευαστικά σχολίασε κάποιος θεατής), προσπάθησε
να ξεπεράσει την ρεαλιστική ανάγνωση κυρίως με την θεατρική απόδοση της
θείας(Λεφτέρης Βενιάδης). Πέρα απ’ αυτό όμως δεν προχώρησε την ιδέα
περισσότερο, παρότι τα δραματουργικά στοιχεία του ίδιου του έργου
προσφέρονταν για κάτι τέτοιο.
Οι ηθοποιοί γενικά υπηρέτησαν το έργο,με κάπως πιο αδύναμη την ερμηνεία του
Γιώργου Κροντήρη στον Κώστα και πιο γερή την Μαρία Κωσταντάρου στην Αλίκη
στο πλαίσιο βέβαια της ρεαλιστικής απόδοσης των χαρακτήρων που
προαναφέραμε. Όμως το έργο δεν περιέχει τόσο χαρακτήρες, όσο δομεί ένα
μοντέλλο. Με τα θεατρικά υλικά της λελογισμένης υπερβολής και
παραδοξότητας, όσο απαιτεί μια αλληγορία.
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ