«ΑΝΤΙΝΟΟΣ» του Φερνάντο Πεσσόα, σε Σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού, στο Studio
Κυψέλη
Ο Μάιος ήταν ο μήνας των θεατρικών μονολόγων. Δεκαέξι μονόλογοι ανέβηκαν
στους δεκάδες μικρούς θεατρικούς χώρους που χώνονται σαν σφήνες στο σώμα
παλιών κτιρίων της πόλης.
Ενας τέτοιος χώρος είναι και το Studio Κυψέλη, σε μια πολυκατοικία στον
πεζόδρομο της οδού Σπετσοπούλας, με ένα συμπαθητικό μπαράκι στο ισόγειο κι
ένα θεατράκι στο υπόγειο που τα παλιά καθίσματά του –σαν να τα
προμηθεύτηκαν από κάποιο θέατρο του κέντρου όταν αυτά πουλιόντουσαν όσο –
όσο, εν όψει κάποιας ανακαίνισής του- μύριζαν παλιά «θεατρίλα», όπως είπε
και κάποιος από τους συντελεστές της παράστασης.
Σ’ αυτόν λοιπόν το χώρο αποδόθηκε θεατρικά το ποίημα του Πεσσόα «Αντίνοος»,
που βασίζεται στη γνωστή ερωτική σχέση μεταξύ του ρωμαίου αυτοκράτορα
Αδριανού και του έλληνα εφήβου Αντίνοου. Οταν ένας χρησμός επιβάλλει το
θάνατο του έφηβου για να σωθεί ο αυτοκράτορας στη μάχη, αυτός πνίγεται
οικειοθελώς στα νερά του Νείλου.
Ο Αδριανός για να αντιμετωπίσει την βαθειά του θλίψη από το θάνατο του
εραστή του, θρηνωδώντας την απώλειά του, τον επιβάλει σαν Θεό, στήνοντας
παντού αγάλματά του και δημιουργεί θρησκεία με το όνομά του.
Ο Πεσσόα εμπνεόμενος από αυτήν την αγάπη, γράφει ένα ποίημα για τη δύναμη
του ιδανικού έρωτα.
Πολλοί έχουν συσχετίσει τον Πεσσόα με τον δικό μας Αλεξανδρινό Καβάφη,
τουλάχιστον όσον αφορά στην ποιητική νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλικής
επιθυμίας και της λατρείας του ανδρικού σώματος. Με μια μεγάλη διαφορά. Η
απόλυτη λιτότητα, σχεδόν δωρικότητα του Αλεξανδρινού, υπερτερεί κατά τη
γνώμη μου κατά πολύ από τον πληθωρικό λυρισμό του Πορτογάλου συγγραφέα που
παραπαίει ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον νεοκλασικισμό. Παρά την προφανή
ανάκληση στη μνήμη του θρήνου του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο, το ποίημα του
Πεσσόα εμπεριέχει την ενοχή της αμαρτίας, πολύ μακριά δηλαδή από την
αρχαιοελληνική στάση της αποδοχής της ομοερωτικής επιθυμίας.
Ξορκίζοντας λοιπόν και τα δικά του φαντάσματα θαυμάζει την θρηνωδία του
Αδριανού που επιβάλλει με την εξουσία που διαθέτει, τη δική του ερωτική
θρησκεία.
Ο νεαρός Στέφανος Κακαβούλης προσπάθησε να ισορροπήσει σκηνικά ανάμεσα στην
σαρκική λαγνεία , την ωραιοπάθεια, την ρομαντική διάσταση μιας ιδεώδους
αγάπης χωρίς όρια και το κλασικιστικό ιδεώδες του ωραίου γυμνού, όπως
προφανώς του δίδαξε ο σκηνοθέτης . Πολύ δύσκολα πράγματα όλα αυτά για έναν
νέο ηθοποιό που κλήθηκε να ερμηνεύσει από την μια την αίσθηση του σωματικού
και από την άλλη του ιδεώδους. Η κίνηση που του δίδαξε η Μαρία
Κωνσταντινίδου παρέπεμπε στη στάση κλασικιστικών αγαλμάτων αλλά υλοποιήθηκε
με την αμηχανία ενός ερασιτέχνη χορευτή, ενώ το φόντο με την προβολή του
φυσικού θαλασσινού τοπίου και τους ήχους της θάλασσας καθήλωνε το εγχείρημα
σε έναν παράταιρο ρεαλισμό.
Η θεατρική μετάπλαση ενός ποιητικού κειμένου είναι πράγματι ένα δύσκολα
κερδισμένο στοίχημα.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ