Ανώνυμη Αγία ή’11

Ανώνυμη Αγία ή «Μια κοινότατη ιστορία» του Γιάννη Ρίτσου, σε Διασκευή και
Σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν»

Δεν είναι επί του παρόντος να αναφερθούμε αναλυτικά στο πολυδιάστατο και
ογκώδες ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου που ξεκίνησε από τη δεκαετία του
1920 και επεκτάθηκε μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα. Είναι όμως πολύ
ενδιαφέρον που σιγά – σιγά έρχονται στο φως ύστερα έργα του, κυρίως
ποιητικά αφηγήματα που έγραψε τη δεκαετία του 1980 και μετά.
Το έργο που διασκεύασε θεατρικά η Μαριάννα Κάλμπαρη είναι ένα αφήγημα από
τον 8ο τόμο του 9τομου «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων» – «Λιγοστεύουν οι
ερωτήσεις».
Ενας πάντα ερωτικός και αιρετικός Ρίτσος, με τολμηρή γλώσσα για τον έρωτα
του σώματος, γήινος, παγανιστικός και ταυτόχρονα σχεδόν θρησκευτικά
μυστηριακός.
Το αφήγημα διηγείται την ερωτική ιστορία της αρχοντοπούλας Ευδοκίας με τον
άξεστο χωριάτη αλλά όμορφο Μανωλιό και την καταστροφική τους ένωση με τα
δεσμά του γάμου. Ένα θανατηφόρο παιγνίδι εξουσίας, ταξικού μίσους και
σαρκικής ηδονικής. Μια «αγία» που αμαρτάνει από έρωτα, όχι πλατωνικό, όχι
αγαπητικό αλλά από σαρκικό πόθο. Οντως μια κοινότοπη ιστορία που όμως η
ποίηση την ανυψώνει στο βάθρο των ανθρώπινων αναγκών, ελλειμμάτων και
πόνων.
Το κλίμα φέρνει κάτι από τη νοσηρότητα του Τ. Ουίλλιαμς αλλά το θέμα μας
παραπέμπει στη «Δεσποινίδα Τζούλια» του Στρίντμπεργκ και τελικά όλα
συνωθούνται σ’ ένα πνεύμα ελληνορθόδοξης θρησκευτικότητας, το πνεύμα του
Παπαδιαμάντη, της αποδοχής και της κατανόησης.
Όμως το σημαντικό στοιχείο της παράστασης είναι η θεατρική αφήγηση που
συνέταξε η Μαριάννα Κάλμπαρη. Βγάζοντας στο προσκήνιο την Τριανταφυλλιά, τη
λαϊκή γυναίκα που μεγάλωσε την Ευδοκία, πρόσωπο εξισορροπητικό , αγαπητικό
και μεγαλόθυμο, να μας αφηγείται την ιστορία ως ένα ταξίδι μνήμης μαζί με
την πεθαμένη πια Ευδοκία, δημιούργησε θεατρικό συμβάν.
Μέσα στο εξαίρετο τελετουργικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη που
παρέπεμπε σε θεία λειτουργία και εσωτερικό ναού, με μια αγία τράπεζα-πιάνο,
υπό τους ήχους του Καραναστάση Διαμαντή, φωτισμένο σαν πένθιμη εκκλησία από
τον Λευτέρη Παυλόπουλο και την μουσική επιμέλεια του Νέστωρα Κοψιδά,
«είδαμε» και νοιώσαμε την ιστορία της Ευδοκίας να συμβαίνει εμπρός μας.
Πένθος βαθύτερο από αυτό που ακολουθεί έναν φυσικό θάνατο. Πένθος ψυχής για
την ίδια την τρωτή μας φύση.
Πραγματικά σ’ αυτήν την παράσταση η Κάλμπαρη κυριολεκτικά «κέντησε»
ρυθμούς, μελωδίες, εσωτερικές σχέσεις, αλληλοσυμπληρούμενες εξάρσεις.
Δύο θαυμάσιες γυναίκες, η σοφή Σοφία Σεϊρλή και η αέρινη αλλά δυνατή Βίκυ
Βολιώτη, «έγραψαν» σπαρακτικά την «Τριανταφυλλιά» και την «Ευδοκία»
αντίστοιχα. Η αδρή, κοφτή σα μαχαίρι, παρουσία του Κρις Ραντάνοφ, έδωσε
υπόσταση στον Μανωλιό, ενώ το εξαιρετικό κουαρτέτο συμπλήρωσε η χυμώδης και
ταυτόχρονα μετρημένη παρουσία της Θάλειας Γρίβα.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ