ΑΠΟΛΛΟΝΙΑ’11

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
(Α)pollonia του Κριστόφ Βαρλικόφσκι, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
Ιδρύματος Ωνάση

Φυσικά και δεν θα έχανα με τίποτα τον αμφιλεγόμενο Βαρλικόφσκι και την
(Α)pollonia του, παρά τον τετράωρο βασανισμό της διάρκειας της παράστασης,
σε ένα από τα πιο luxurious νέα θεατρικά στέκια. Παρά το ότι μια αντι-ωδή
στη «θυσία» και μια κυνική θέαση της φρίκης της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν
συνάδει με το αστραποβολούν περιβάλλον της «Στέγης», αντίθετα επιτείνει τη
ζαλάδα, παραμένω γοητευμένη από αυτόν τον αθεράπευτα μεταμοντέρνο
σκηνοθέτη, που επιμένει στην ίδια θεατρική φόρμα προκειμένου να μας δείξει
ότι «δεν έχει ιερό και όσιο».
Σε ένα θεατρικό κολλάζ όπου συνυπήρχαν όλα τα σύμβολα της ελληνικής
μυθολογίας με κομμάτια της πρόσφατης οδυνηρής ευρωπαϊκής ιστορίας, κυρίως
το Ολοκάυτωμα και ένα σενάριο βασισμένο στη διακειμενικότητα, ο δημιουργός
κατασπαράσσει και είδωλα και ήρωες και ιδέες. Το καινούργιο του προς
διαπραγμάτευση θέμα είναι η ανθρώπινη «αυτοθυσία» .
Η Ορέστεια του Αισχύλου, η Αλκηστη του Ευρυπίδη, οι Ευμενίδες του Τζόναθαν
Λίτερ, η Ελίζαμπεθ Κοστέλο του Τζ. Μ. Κούτσι, το Ταχυδρομείο του Ινδού
ποιητή Ταγκόρ και η Απολλονία της Χάνα Κραλ (η εθνική ηρωίδα της Πολωνίας
που θυσιάστηκε για να σώσει εικοσιπέντε Πολωνοεβραίους κατά τον Β’
Παγκόσμιο Πόλεμο), δίνουν το υλικό για να επανατοποθετηθούν ηθοποιοί και
θεατές στα ερωτήματα ταμπού : «είναι ιερή πράξη η αυτοθυσία», υπάρχει
«τιμημένος θάνατος»;
Φυσικά και τα ερωτήματα τίθεται με ανορθόδοξο και προβοκατόρικο τρόπο.
Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι εμφανίζεται ως νυμφίδιο, ο Ορέστης ως παρουσιαστής
talk show, η Αθηνά ως πόρνη, ο Απόλλωνας αντί για τη λύρα του έπαιζε το
«γεννητικό του όργανο» , η Αλκηστης φαντασιωνόταν κτηνοβασίες με δελφίνια,
ο Ηρακλής ένας μεθυσμένος καουμπόι , ο Αγαμέμνονας ως Χίτλερ και Στάλιν
αδιευκρίνιστα.
Και μέσα σ’ αυτόν τον καταιγισμό εικόνων και ξεπατωμένων συμβόλων, η Renate
Jatt παρεμβαίνει τραγουδώντας, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ηγείται μιας
ροκ μπάντας.
Εικαστικά το θέαμα τοποθετείται στη γνωστή αισθητική του Βαρλικόφσκι, μέσα
σε διαφανή κοντέινερ, με χώρους που δημιουργούνται επί τόπου και ένα
διαφανές μπάνιο που δεν προσποιείται ότι υπάρχει έστω και ένας ιδιωτικός
χώρος, με οθόνες που προβάλλουν λεπτομέρειες των αντιδράσεων των ηρώων, ενώ
ένας κάμεραμαν «τραβάει» συνεχώς τα πρόσωπα. Η επιμονή του σκηνοθέτη ότι
όλοι μας είμαστε παίχτες ενός παγκόσμιου Big Brother, ότι η παρακολούθηση
της κάθε κίνησής μας μας καθιστά μη-πολίτες, ακόμα και μη-πρόσωπα,
στοιχειώνει τις παραστάσεις του, δημιουργώντας εκνευρισμό στο κοινό.
Ενας αποδομημένος, χαμένος κόσμος είναι ο κόσμος του Βαρλικόφσι. Ενας
κόσμος που δεν αναγνωρίζει την έως τώρα ιστορική αφήγηση του ευρωπαϊκού του
πολιτισμού. Σπαρασσόμενος ο ίδιος, παράγει σπασμένες εικόνες. Τα είδωλα και
οι ήρωες έχουν «βρωμιστεί» από το «μίσος» του αιώνα που πέρασε. Και δεν
«υπάρχουν πια λόγια» που να ερμηνεύουν τα γεγονότα. Όλα είναι επικοινωνία,
τεχνητή επικοινωνία. Λόγια που δεν παράγουν πια σχέσεις.
Και μπορεί όλα τα παραπάνω να εκφράστηκαν πληθωριστικά, ακόμα και χαοτικά,
όμως τελικά τα ερωτήματα τέθηκαν με τέτοιο τρόπο που κανείς από τους θεατές
δεν μπόρεσε να φύγει ανακουφισμένος. Ισως αυτή να είναι μία καινούργια
αναγκαστική κάθαρση των αρχών του 21ου αιώνα, που μόλις τώρα καλείται να
κάνει τον απολογισμό του προηγούμενου.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ