ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ05

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Κάθε καλοκαίρι, από την έναρξη των Επιδαυρίων το 1954 έως τις μέρες μας,
δοκιμάζεται ανηλεώς ολόκληρο σχεδόν το καλλιτεχνικό δυναμικό της χώρας ,
στην απόδοση του αρχαίου δράματος.
Φέτος από τις παραστάσεις που μέχρι τώρα παρακολουθήσαμε, άλλα κρατάμε,
άλλα αγνοούμε ως αφόρητες κοινοτοπίες και άλλα θα θέλαμε να μην τα είχαμε
ποτέ αντικρύσει.
Εχουμε λοιπόν και λέμε.
Από τον «Ορέστη» του Ευρυπίδη σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, κρατάμε
ουσιαστικά μόνο την «ψυχαναλυτική» μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά που έμεινε
ανεκμετάλλευτη από σκηνοθεσία και ερμηνείες. Θέλουμε να ξεχάσουμε τη
στερεότυπη, μονοδιάστατη και «κλισέ» ερμηνεία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη ,
το άχαρο σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά και σημειώνουμε μόνο το μέτρο της
εμφάνισης του Γιάννη Νταλιάνη.
Αντίθετα ο Γιώργος Κιμούλης μας περίμενε στο αρχαίο θέατρο με έναν Οιδίποδα-
Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, Τον Οιδίποδα του Σοφοκλή όχι ως αρχαία
τραγωδία, αλλά ως μελόδραμα νιτσεϊκής αντίληψης και βαγκνερικής αισθητικής,
πασπαλισμένο με λίγο Νίτσε, Φρόυντ, Ζ. Λακάν και Κλωντ Λεβύ-Στρως . Και για
να επιτευχθεί η πλήρης σύγχυση, το όλο εγχείρημα επενδύθηκε με
σουρεαλβαλκανική μουσική από το στοκ του Goran Bregovic . Θέλουμε
οπωσδήποτε να ξεχάσουμε τα στιχάκια της Λίνας Νικολακοπούλου και το
μπιζάρισμα του Γ. Νταλάρα, καθώς επίσης και την Ιοκάστη της Νόνικας
Γαληνέα. Μια τρεκλίζουσα μεγαλοαστή που έκρυβε την παρακμή της κάτω από
μέτρα κόκκινου ταφτά, οξυζεναρισμένη κουπ και ψηλοτάκουνα.
Από τους «Αχαρνείς» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου,
φυσικά και κρατάμε όλο το χορό των καρβουναραίων, τα υπέροχα κοστούμια του
Αγγελου Μέντη που παρέπεμπαν σε στυλιζαρισμένα κουκλάκια φολκλορ και την
ποιητική μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα .Θέλουμε όμως επειγόντως να
ξεχάσουμε το κρυμμένο μικρόφωνο, τη γνωστή «ψύρρα», που χρησιμοποίησε ο
Λάκης Λαζόπουλος για να αντιμετωπίσει το όντως αδηφάγο κοίλο της Επιδαύρου.
Θα έπρεπε όμως να γνωρίζει πως «ου παντός πλειν ες Κόρινθον» .
Από τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Διαγόρα
Χρονόπουλου, αξίζει ν’ αναφερθεί κανείς μόνο στη ζωντάνια και το μπρίο των
νέων κοριτσιών του χορού, στο ρυθμό της Ελένης Ράντου (Πραξαγόρα) και την
ανεπιτήδευτη τσαχπινιά της Θάλειας Ματίκα (Νέα) που επέδειξε γνήσια κωμική
φλέβα. Περί εύκολων νεολογισμών επιθεωρησιακού στυλ και γενικότερης
σκηνοθετικής αντίληψης ας μη μιλήσουμε καλύτερα.
Τλεος κρατάμε ολόκληρη την παράσταση των «Βακχών» σε σκηνοθεσία Σ. Χατζάκη.
Παράσταση που κατόρθωσε να μας εικονοποιήσει κάτι από τη λειτουργία του
ενστίκτου, να σωματοποιήσει την αίσθηση του υπέρτατου άλγους. Ολη η
αισθητική άποψη του Χατζάκη αποτυπώθηκε στη σκηνή του τέλους που παρέπεμπε
σε μια Μπεκετική Noland, με την Αγαύη και τον Κάδμο να περιφέρονται στην
ερημεία της εξορίας, αντίστοιχης με την οντολογική ερημεία του ανθρώπινου
γένους.
Η καλύτερη παράσταση του καλοκαιριού με τον καλύτερο χορό που έχουμε δει σ’
αυτό το δύστροπο τελευταίο έργο του μεγάλου τραγικού.