Αττική Οδός’10

«Αττική Οδός» των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα σε Σκηνοθεσία των
ιδίων, στο θέατρο «ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ»

Οι συγγραφείς φαίνονται επαρκώς αγκυρωμένοι στην ελληνική πραγματικότητα,
στην κοινωνική μας παθολογία και την ηθογράφισή της με όλα τα μέσα
(τηλεοπτικά, κινηματογραφικά, θεατρικά).
Στην «Αττική Οδό» αγγίζουν ένα φιλόδοξο όνειρο. Να γίνουν οι συνεχιστές του
Καμπανέλλη, της Αναγνωστάκη, του Κεχαϊδη, του Διαλλεγμένου. Γιατί το έργο
τους έχει όλους αυτούς πίσω του.
Στόχος δύσκολος μεν αλλά σεβαστός. Κυρίως γιατί οι ίδιοι γνωρίζουν ότι δεν
εφευρίσκουν κάποια πολύ σύγχρονη θεατρική γλώσσα, ούτε καν ανανεώνουν την
γνωστή φόρμα της ρεαλιστικής σχολής (Ο δρόμος περνά από μέσα, Τα τέσσερα
πόδια του τραπεζιού, Ο ήχος του όπλου, Με δύναμη από την Κηφισιά, Μάνα,
μητέρα, μαμά κλπ), επιθυμούν απλά να διαβάσουν και να παραστήσουν την
εικόνα του σημερινού μεσοαστού. Του μεσοαστού που δεν έχει σχέση πιά ούτε
με τους μαυραγορίτες της κατοχής και τους άμεσους απογόνους τους, ούτε με
τους χουντικούς, ούτε με τους νεόπλουτους του ’70. Είναι τα παιδιά της
προοδευτικής μεταπολίτευσης. Είναι τα παιδιά του Πολυτεχνείου που
πενηντάρησαν. Πίσω τους έχουν έναν πατέρα γιατρό, αριστερό που πέρασε τη
ζωή του στις εξορίες και μια μητέρα καλλιεργημένη αστή με ένα κτήμα δίπλα
στην Αττική οδό. Αυτοί λοιπόν θα διαπράξουν όλα τα προπατορικά ελληνικά
αμαρτήματα. Στο όνομα του εύκολου πλουτισμού θα θυσιάσουν στη νέα χρυσοφόρα
αντιπαροχή των Mall, κάθε αδελφικό και γονεϊκό δεσμό, θα προδώσουν
ουσιαστικά την γενιά του Πολέμου και της Αντίστασης. Την τελευταία γενιά
που έζησε με αξιοπρέπεια μοιάζει να μας λένε οι συγγραφείς.
Οι ίδιοι ρηχοί, κατεδαφισμένοι από την πλήξη, αενάως δυστυχείς, δεν είναι
ούτε καλοί ούτε κακοί. Απλώς αλλοτριωμένοι. Ο απαγορευμένος έρωτας της
προηγούμενης γενιάς έγινε σκέτη μοιχεία και σεξουαλική διέγερση.
Δίπλα τους η λαϊκή τάξη τρέφεται από τα πλούσια όντως ψίχουλα που πέφτουν
από το τραπέζι τους. Μία τάξη συγκινητική μεν (η λαϊκή μητέρα που συμμαχεί
με την αστή κυρία της για να σώσει την οικογένειά της) αλλά χωρίς συνείδηση
του εαυτού της. Οι νέοι, πτωχοί, απελπισμένοι και κυνικοί, αρνούνται μεν
τον εξωραϊσμό και την υποκρισία, αλλά αρνούνται και τα δύσκολα. Μια ύπουλη
λαϊκή κουλτούρα τους έχει καταπιεί. Η κουλτούρα του σκυλάδικου, του
γρήγορου αυτοκινήτου, του καλυμμένου ζιγκολό, της φούντας, της
εκμετάλλευσης της σεξουαλικότητάς τους.
Μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, ωχριά το πορτραίτο του
Ελληνα όπως περιγράφεται από το περιοδικό FOCUS.
Πάντως οφείλουμε να σημειώσουμε την υπέροχη παρουσία της Τζένη Ρουσσέα στη
δαντελένια, παλιά, εύθραυστη ομορφιά της.