ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΣΙΩΠΗ
Αυτή ήταν μια άλλη σιωπή, μια άλλη λύπη.
Παραμονές Δεκαπενταύγουστου.
Ποτέ της δεν θα αποφάσιζε να στριμωχτεί με τους χιλιάδες μικροαστούς τελευταία ώρα σε εθνικές οδούς και λιμάνια για το τριήμερο.
΄Επεφτε βλέπεις Δευτέρα η γιορτή της «Παναγίας» και οι εναπομείναντες κάτοικοι του άστεως, πλην μεταναστών τελευταίας πενταετίας, προσφύγων, ασθενών και γενικώς αναξιοπαθούντων και ειδικών κατηγοριών μαζί με κάτι παράξενους φίλους της που αρνούνταν να εγκαταλείψουν την πόλη, ακριβώς αυτές τις μέρες, όλοι μα όλοι οι υπόλοιποι αποτελούσαν τη χαρά του νεαρού ή νεαράς ρεπόρτερ.
Αυτών που έδιναν με τέτοιο στόμφο την είδηση στο κανάλι τους, ως να είχε σταματήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ή οι Αμερικάνοι να είχαν αναγνωρίσει το κράτος της Παλαιστίνης, με αποτέλεσμα την έκτακτη εισαγωγή του Ντετανιάχου στα επείγοντα…
Και ποια ήταν η είδηση; Οι Αθηναίοι και οι τουρίστες, όπου φύγει φύγει για τα νησιά. Γεμάτα τα λιμάνια του Πειραιά και της Ραφήνας. Σιγά την είδηση. Εμ το άλλο. Ουρές χιλιομέτρων στα διόδια της Αττικής οδού και της εθνικής Αθηνών Κορίνθου.
Καθυστερήσεις στην έξοδο….της Αττικής οδού προς Λαμία και Πειραιά.
Κι όμως να. Αυτή που τα ειρωνευόταν όλα αυτά τώρα ήρθε η ώρα να τα λουστεί.
Κάτι καθυστερημένα συμβόλαια κι ένα αυτόφωρο με την πιτσιρικαρία να κατηγορείται για οπλοκατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών, σαχλαμάρες δηλαδή, ένα σουγιαδάκι και λίγα γραμμάρια κάνναβης, συν έλλειψη διπλώματος για το σκουτεράκι, συν το γεγονός πως προϋπήρχε και μια σύλληψη για συμμετοχή σε επεισόδια στο τελευταίο ματς μεταξύ των …αιωνίων και η δίκη εκκρεμούσε, έφερε τον κανακάρη της φίλης της από το Β’ Γυμνάσιο Πατρών στο αυτόφωρο και το αστ. Τμ. Γ’ Σεπτεμβρίου κι αυτήν μη μπορώντας ν ΄αρνηθεί στους αιώνες που προηγήθηκαν από τότε που ήταν συμμαθήτριες, αναγκάστηκε να σέρνεται μήνα Αύγουστο μεταξύ Κάνιγγος, Γ’ Σεπτεμβρίου και Ευελπίδων .
Μόνο μια καλοκαιρινή μπόρα έσωσε για λίγο το κέφι της, μια μπόρα που έπιασε απροετοίμαστους μπάτσους, δικηγόρους και κλητήρες που μετέφεραν τις δικογραφίες, κατηγορούμενους και μάρτυρες κυρίως συγγενείς.
Κι ήταν εκείνη η ατελείωτη σε μέλη , οικογένεια Ρομά, με τα πιτσιρίκια της που έτρεξαν και κυλίστηκαν στο βρεγμένο γρασίδι και κραύγαζαν τη χαρά τους για το ανεπάντεχο παιγνίδι που τα βρήκε, μια τέτοια περίεργα μουντή μέρα , που της θύμισε τη βασική αρχή: μην τα παίρνεις όλα τόσο σοβαρά.
Όταν τέλειωσε όλο αυτό το τσίρκο , αυτόφωρο, νουθεσίες από έδρας, αθώωση λόγω αμφιβολιών και λοιπά και λοιπά και επέστρεψε στο γραφείο της , ένιωσε να απλώνεται μπροστά της το τριήμερο απειλητικό σα γκρίζα γάζα που έκανε το δέρμα της να μοιάζει σταχτί σαν πλαγιά λόφου μετά από πυρκαγιά.
Παρασκευή απόγευμα κι ο ουρανός καθάρισε, ο ορίζοντας γλύκανε με κείνο το ροϊδί της Αττικής, εκείνο το λατρεμένο φως που τόσο υμνήθηκε από Ελλαδίτες και ξένους περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα.
Για να ξορκίσει αυτό το μούχρωμα που ήθελε άλλες προσωπικές προδιαγραφές για να το χαρεί κανείς ή εν πάση περιπτώσει να το φέρει βόλτα, πήγε σινεμά στη RIVIERA, έφαγε ποπ κορν, ήπιε μπύρα και μετά το διάλειμμα έφαγε νάτσος με κείνο το μουσταρδί λιωμένο τυρί το αγνώστου προελεύσεως.
Παρά το φούσκωμα και την στομαχική ενόχληση από τα εκλεκτά εδέσματα που είχε καταναλώσει ως εκδίκηση σ’ ένα Θεό της γκαντεμιάς στον οποίο πίστευε κατά καιρούς , στο τέλος η κούραση τη νίκησε και γύρισε στο σπίτι χωρίς σκέψεις, με μόνη έννοια να πέσει στο κρεβάτι της.
Κι όμως το πρωί τη βρήκε το ίδιο δύσθυμη, το ίδιο αναποφάσιστη στο και τί κάνουμε τώρα.
Σάββατο και προπαραμονή της Παναγίας. Για όπου και να ξεκινούσε να πάει θα σιχτίριζε την τύχη της. Και στην Αθήνα να έμενε ολομόναχη ομοίως. Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα.
Ένα τηλεφώνημα την έβγαλε από τη δύσκολη θέση ως από μηχανής Θεός. Δηλαδή η στιγμή ανήκε στις άλλες, αυτές που έσωζε ο Ευριπίδης.
΄Ενας φίλος από αυτούς που λέμε κολλητούς, την καλούσε στην Αίγινα. Είχε δωμάτιο άδειο γιατί ξαφνικά έφυγε για δουλειά ο φίλος του και θα έμενε κι αυτός μόνος του. ΄Οσο για τα εισιτήρια των πλοίων, θα το κανόνιζε αυτός από εκεί που είχε και τις γνωριμίες. Πάντως αυτή μέχρι το βράδυ θα ήταν στην Αίγινα.
Ε ναι. Αυτή ήταν μια αξιοπρεπής λύση.
Τους πήρε η δύση απ’ τα μούτρα όταν ξεκίνησαν.
Το «Αγιος Νεκτάριος»