ΑΧΑΡΝΗΣ-10

«ΑΧΑΡΝΗΣ» του Αριστοφάνη από το Κ.Θ.Β.Ε., σε Μετάφραση Κ. Χ. Μύρη
σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και μουσική Σταμάτη Κραουνάκη

Την παράσταση την παρακολούθησα στο Ηρώδειο, παρέα με τους θεατρόφιλους
Αθηναίους που γέμισαν το Ρωμαϊκό Θέατρο, και που κατά τεκμήριο θεωρεί τον
εαυτόν του αυστηρότερο.
Είχε ήδη δημιουργηθεί ο σχετικός θόρυβος, που μιλούσε για «πληθωριστική»
και όχι «πληθωρική» παρουσία του Σταμάτη Κραουνάκη στο ρόλο του
«Δικαιόπολι», μια σκηνοθεσία που θύμιζε υπερβολικά την «Σπείρα – Σπείρα»
και δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τα «μαύρα» μοτίβα της σκηνοθεσίας του
Χατζάκη.
Τελικά ήταν ακριβώς έτσι. Η παρουσία του Κραουνάκη είναι τόσο εκρηκτική,
που επικαθορίζει τα πάντα, αγχωτική στην προσπάθειά του να τα ελέγξει όλα,
να τα αγκαλιάσει όλα και τέλος καταλήγει πράγματι συγκινητική.
Απαιτούσε τεράστια προσπάθεια μέσα από το σχεδόν αναρχικό χάος μιας
παράστασης που πάντρευε το «Βοντβίλ», τη μουσική κωμωδία και την
επιθεώρηση, που κραυγαλέα ενσωμάτωνε στο λόγο της όλη τη πολιτική συγκυρία
( την καταθλιπτική παρουσία του ΔΝΤ, τη φαυλότητα του δημοσίου και των
δημοσίων προσώπων, την κρίση των θεσμών, την κρίση της πόλης, των πολιτών
και της πολιτικής), να διακρίνει κανείς τη σκηνοθετική θέση γύρω από το
βασικό θέμα του έργου:
Δηλαδή την προσωπική ειρήνη που κλείνει ο Διαιόπολις με τους Σπαρτιάτες,
την μετατροπή του από αγρότη σε μικρέμπορα – μεταπράτη που ουσιαστικά
εκμεταλλεύεται την πολεμική συγκυρία σαν άλλη «Μάνα Κουράγιο», την προδοσία
της πόλης (που καταγγέλλουν οι καρβουνιάρηδες ), την ανάδειξη των δεινών
που φέρει ο πόλεμος μέσα από τον συντηρητικό αριστοφανικό καθρέφτη.
Ετσι δυσανάλογα συσσωρεύονταν όλα, σαν πανηγύρι είναι αλήθεια, αλλά γιατί
ο Ευρυπίδης πρέπει να αναπαρασταθεί ως «Μαρινέλλα» (παρότι ο Σαμσιάρης ήταν
απολαυστικός) χρησιμοποιώντας τις γνωστές της επιτυχίες «Τολμώ, Ανοιξε
πέτρα κλπ;
Πώς μετά να παρακολουθήσεις την όντως συγκινητική παράβαση για την χαμένη
πνευματικότητα των ελλήνων, που πέρα από την έξοχη μουσική παρλάτα,
εικονογραφούσε την πνευματική ιστορία αυτού του τόπου από το 1821 έως τον
Λαμπράκη, το Σεφέρη και τον Ελύτη;
Να σημειώσουμε τη φινέτσα και το χιούμορ με τα οποία απέδωσε τον
εξευτελισμό του στρατηγού Λάμαχου ο Γρηγόρης Βαλτινός και την εξαιρετική
φιγούρα (σαν γερασμένο τσολιαδάκι) του Κώστα Βουτσά, που πάντως δεν
χρειαζόταν καθόλου το «Κάτινα – Σαλαμάκι».
Μου άρεσε η μελαγχολία που απέπνεαν τα χρώματα του σκηνικού του Γ. Πάτσα
(χωμάτινα, σχεδόν μουντά), τα κίτρινα – μπλέ φωτάκια που παρέπεμπαν σε
σκηνικό μπουλουκιού ή ένα πανηγύρι που γίνεται για λάθος λόγους, και που
επιβεβαιώνεται από το παιδί του τέλους που κρατά ένα βεγγαλικό κι ένα
πλαστικό σημαιάκι ακολουθούμενο από τον ανάπηρο ήρωα πολέμου.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ