Αχ αυτά τα φαντάσματα’13

«Αχ αυτά τα φαντάσματα» του Εντουάρντο ντε Φίλιππο, σε Μετάφραση Θοδωρή
Πετρόπουλου και Σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, στο Θέατρο «Βρετάνια».

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στο λαϊκό θέατρο του ντε Φίλιππο, είναι πως
παρότι ανάγεται στο πολιτιστικό κλίμα της μεταπολεμικής εποχής, ελάχιστη
σχέση έχει με τον σύγχρονό του «νεορεαλισμό». Ο δικός του νεωτερισμός θα
ονομαζόταν μάλλον «νοτιοκρατισμός». Ναπολιτάνικη διάλεκτος, ναπολιτάνικη
«πιάτσα», ένα θέατρο που ξεπηδάει από την εμπειρία του στο θέατρο των
Εντουάρντο Σκαρπέτα (του οποίου υπήρξε νόθος γιός) και Ραφαέλε Βιβιάνι.
Υπάρχει πάντα η αίσθηση της κομέντια ντελ άρτε αλλά και ο Πιραντέλλο και ο
κόσμος ο ονειρικός που συμβαδίζει με την πραγματική ζωή, είναι η άλλη όψη
της, σαν την ούγια στα υφάσματα. Παραμορφώνει οπτικά την ίδια τη ζωή όπως
σαν να κοιτάξεις ένα έντομο με μεγεθυντικό φακό, έτσι που το κωμικό και το
τραγικό να διαπλέκονται έτσι που να εμφανίζεται μια λαϊκή Ιταλία αστεία,
αρχετυπική, δαιμονική. Ο ηλιόλουστος Νότος που επιβιώνει πάσει θυσία.
Το έργο πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα ο Κάρολος Κουν (1948), ενώ έγινε
ευρύτερα γνωστό από την κινηματογραφική μεταφορά του Ρενάτο Καστελάνι με
τον Βιτόριο Γκάσμαν και τη Σοφία Λόρεν (1967).
Ο Γιάννης Κακλέας γνωρίζει τον ντε Φίλιππο και τον έχει εντάξει στους
γνωστούς σκηνοθετικούς του κώδικες και ύφος.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ψυχές αγαθές αλλά καταραμένες, πλάσματα τίμια
αλλά και κομπιναδόροι, σε ένα σουρεαλιστικό παρόν, προσπαθούν να ζήσουν,
φορτώνοντας σε επινοημένα φαντάσματα, όσα δεν μπορούν ν’ αντέξουν στην
πραγματική τους ζωή. Ανθρωποι που παραπέουν ανάμεσα στην απληστία και τη
ματαιοδοξία, το ψεύδος και τη βολική καπηλεία της ψευδαίσθησης.
Ο Κακλέας απέναντι τους «φυσιολογικούς» ανθρώπους της Νάπολης,
αντιπαραθέτει έναν κόσμο σε «γκόθικ βερσιόν», μια τρομακτικά αστεία
ασπρόμαυρη οικογένεια Ανταμς, μια εικαστική απομίμηση του κόσμου του Τιμ
Μπάρτον.
Βασίλης Χαραλαμπόπουλος με τη γνωστή του μανιέρα, αυτήν του συμπαθούς
«αφελούς» στο ρόλο του ταλαίπωρου συζύγου. Φαίη Ξυλά με όπλο της την
ντελικάτη ομορφιά ώστε να μην εκχυδαϊζει την «παραστρατημένη σύζυγο» αλλά
πάνω από όλους, το αλαφροϊσκιωτο δαιμονικό που ονομάζεται Αρης Σερβετάλης.
Ενας ηθοποιός που γνωρίζεται με τον Κακλέα από την εποχή του περίφημου
«Τεχνοχώρου».
Καλή η χημεία των συντελεστών, εύωχη ανάγνωση της παλιάς κωμωδίας, παρότι
απέχουμε πολύ από την εποχή της αυθεντικής παροξυσμικής τρέλας του
«Παγοποιείου».

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ