ΒΑΚΧΕΣ

«ΒΑΚΧΕΣ» του Ευρυπίδη, σε ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. Μύρη και σκηνοθεσία
Σωτήρη Χατζάκη

Σίγουρα οι «Βάκχες» είναι η πιο δύσκολη, η πιο δυσπρόσιτη τραγωδία του
Ευρυπίδη. Διερευνώντας τα μεταφυσικά όρια μεταξύ του θείου, του ιερού και
του ανθρώπινου, αναμοχλεύοντας τον αρχαίο μύθο της αντίδρασης που
αντιμετώπισε η εξάπλωση της λατρείας του Διόνυσου στις ήδη πολιτισμικά
δομημένες κοινωνίες, ο ποιητής λίγο πριν το θάνατό του, από τη Μακεδονία
που είχε μετοικήσει, μας παρέδωσε ένα έργο που επανατοποθετεί όλα τα
ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτός που αμφισβήτησε τα παραδομένα, που
εισήγαγε την προσωπική ευθύνη στη διαμόρφωση της μοίρας των ηρώων, που η
κριτική του ακούμπησε τους ίδιους τους θεούς, σχεδόν ισότιμα με την έπαρση
των ανθρώπων και την υποκρισία του πολιτισμού του, επανέρχεται στις
απαρχές.
Μας αφήνει με τη μεγάλη απορία για την ανθρώπινη μοίρα, για τη σχέση της
ζωής και του θανάτου, την πάλη του ενστίκτου με τον έλλογο νου. Τη φύση που
γεννά και σκοτώνει την ίδια στιγμή.
Ο Πενθέας ασκώντας την μοναρχική του εξουσία, απαγορεύει τη λατρεία του
θεού. Ο Διόνυσος θα τιμωρίσει τον υβριστή με το χειρότερο τρόπο. Οι
γυναίκες των Θηβαίων υπό την επήρεια της μανίας που τους ενέβαλε, θα
κυνηγήσουν τον Πενθέα στον Κιθαιρώνα και θα τον διαμελίσουν, με πρώτη και
καλύτερη την μητέρα του την Αγαύη.
Η μέθεξη του διονυσιασμού εμπεριέχει την ηδονή και τη φρίκη ταυτόχρονα έτσι
και η αλλόφρονη παραίσθηση θριάμβου της μητέρας Αγαύης θα μεταστραφεί στον
αίσχατο πόνο, όταν αυτή θα συνειδητοποείσει ότι «κοινώνησε» το σώμα και το
αίμα του υιού της.
Η αρχαίγονη τελετουργική ωμοφαγία στην πιο φριχτή εκδοχή της, την
ανθρωποφαγία.
Το έργο όπως είναι γνωστό επιδέχεται πλείστες όσες αναλύσεις.
Μα το πιο δύσκολο είναι η δραματική του αναπαράσταση. Η ανάδειξη της
θεατρικότητάς του. Και το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα είναι φυσικά ο χορός. Ο
χορός των μαινάδων και των βακχίδων που ουσιαστικά δομούν το έργο που δεν
έχει ευτυχήσει συχνά στα χέρια των σύγχρονων σκηνοθετών μας.
Η παράσταση του Σ. Χατζάκη ήταν για όλους όσους την παρακολουθήσαμε μια
ευχάριστη έκπληξη.
Κατόρθωσε να μας δώσει το ζητούμενο. Να μας εικονοποιήσει κάτι από τη
λειτουργία του ενστίκτου και το παράλογο της ύπαρξης, να μας σωματοποιήσει
την αίσθηση του υπέρτατου άλγους.
Μια παράσταση με εσωτερικό ρυθμό, σχεδόν ολόκληρη χορογραφημένη, όπου η
μουσική ήταν ήχοι σαν χτύποι καρδιάς, ενορχηστρωμένες κραυγές που θύμιζαν
λαρυγγισμούς ανθρώπινους, ή μιμίσεις ζώων, πραγματοποιημένα κυρίως από τον
καλύτερο χορό που είδαμε τα τελευταία χρόνια στην Επίδαυρο. Ενεργός καθ όλη
τη διάρκεια της παράστασης, λειτούργησε σαν ένα σώμα, μετέφερε αυτήν την
χαμένη ολότητα που ο άνθρωπος αναζητεί καθόλη του την πορεία στη γη, ως
εκπεπτωκός από τον παράδεισο, αφότου γεύτηκε το φρούτο της γνώσης.
Κρουστά που οργάνωσε ο σκηνοθέτης, μουσική και φωνητικοί αυτοσχεδιασμοί της
Σαβίνας Γιαννάτου που συμμετείχε στο χορό, ενσωματωμένα στις χορογραφίες
της ομάδας sinequanon και όλα αυτά μέσα στον απέριττο σκηνικό χώρο από
θύρσους του Γιώργου Πάτσα, συμπεριλαμβανομένων και των κοστουμιών της Ερσης
Δρίνη, λειτούργησαν με έναν απόλυτα λιτό τρόπο, αποτελεσματικά. Και το
περίεργο ήταν πως το βάρος των δρώμενων δεν φαινόταν ν’ ακουμπά στους ώμους
της παράστασης. Όλα έβγαιναν αβίαστα ,η παράσταση έφερε μια ρευστότητα σα
νερό που κυλάει. Τα φοβερά και τα ανόσια έκαναν γδούπο υπόκωφο, δεν
κραύγαζαν. Ηταν φανερό πως ο σκηνοθέτης είχε μια πολύ επεξεργασμένη άποψη
για το τι αντιπροσώπευε το έργο γι αυτόν.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος μας παρέδωσε το θυλιπρεπές και διφυές πρόσωπο του
Διόνυσου σε μια ιδιαίτερα επεξεργασμένη ερμηνεία. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος
έφερε την αλαζονική παρουσία του Πενθέα (εξαιρετική η σκηνή της μύησης,
θύμιζε την παράδοση της βάπτισης του Χριστού, καθώς και η σκηνή που έρχεται
αντιμέτωπος με το Διόνυσο, θύμιζε την στιχομυθία Πυλάτου – Χριστού), αλλά
θέλει περισσότερη επεξεργασία η φωνή του.
Η Λυδία Φωτοπούλου έπλασε μια Αγαύη με γλυκόπικρα υλικά, ήπια τόσο στη
μανία της όσο και στη φρίκη της αποκάλυψης σε μια μάλλον «ψυχολογική»
ερμηνεία.
Η σκηνή του τέλους που παρέπεμπε σε μία Μπεκετική Noland, με την Αγαύη και
τον Κάδμο να περιφέρονται στην ερημεία της εξορίας, συνειρμηκά μας οδήγησε
στην αίσθηση μιας οντολογικής ερημείας.
Ο Χατζάκης δημιούργησε αυτήν την παράσταση πατώντας στην ήδη επεξεργασμένη
σκηνοθετική του αντίληψη για ένα θέατρο τελετουργικό και χειροποίητο.
Φαίνεται πως αυτή του η θέση φέρνει γόνιμους καρπούς. Νομίζω πως
προσομοιάζει με την αντίληψη του Πήτερ Μπρουκ που απολαύσαμε πρόσφατα στο
«Τιέρο Μποκάρ». Η αναζήτηση δηλαδή της μιμικής στις μυητικές τελετές και
τις παγανιστικές παραδόσεις. Μία αισθητική που απομακρύνεται από τον δυτικό
ορθολογισμό και ανατρέχει σε σπαράγματα μνήμης από κάποια αρχαία εποχή της
«αθωώτητας».