ΒΑΣΣΑ04

«ΒΑΣΣΑ» του ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ
Από το ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ «ΝΕΟ ΛΟΓΟ»
Στο θέατρο «ΦΟΥΡΝΟΣ»
Σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή

Το θεατρικό έργο του Γκόρκυ «Βάσσα» είναι σχεδόν άγνωστο στο ελληνικό
κοινό, για να κυριολεκτούμε δε, συνήθως το παραλείπει ακόμα και η
βιβλιογραφία σχετική με τον μου συγγραφέα.
Κατά τη γνώμη μου δε όχι άδικα. Συγκρινόμενο με τους «Μικροαστούς» ή το
«Βυθό», το έργο αυτό υπολείπεται στο σχεδιασμό των χαρακτήρων και της
δομής του. { Ο ρεαλισμός του Γκόρκυ είναι ρώσικος, διαφοροποιημένος από
αυτόν του Ιψεν και το νατουραλισμό του Στρίνμπεργκ. Ανήκει στη σχολή του
Οστρόφσκυ και του Τσέχωφ. Το σχέδιο δηλαδή δεν υποκύπτει απόλυτα στην
ιδεολογικοποιημένη μορφή. Τα πρόσωπα έχουν τη δική τους διαδρομή, και τ
ανεπάντεχο στις ψυχικές αντιδράσεις είναι αποδεκτό, όπως και στη ζωή. Ετσι
δημιουργήθηκε και η ερμηνευτική σχολή του «ψυχογραφικού ρεαλισμού» του
Στανισλάφσκι, για ν’αποδοθούν αυθαιντικά οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις
αυτών των έργων επί σκηνής}.
Εν προκειμένω θα λέγαμε πως παρότι ασχολείται με το αγαπημένο του θέμα ,
την αστική οικογένεια και την κατάρρευση της μεσαίας τάξης στην εποχή της
μεγάλης κοινωνικής κρίσης στη Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα, (που
σηματοδοτήθηκε αρχικά από την αποτυχημένη επανάσταση του 1905 και κατόπιν
από την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917), δεν καταφέρνει παρά να την
ανεβάσει στη σκηνή με χοντρές πινελλιές και ανελαστικά περιγράμματα. Πάντως
και σ’ αυτό το έργο ενυπάρχει η δύναμη στη γραφή, στα πρόσωπα και στις
συγκρούσεις τους.
Το έργο κινείται γύρω από τη μορφή της μητέρας, της «Βάσσα» και τον απόλυτο
έλεγχο που αυτή ασκεί στην οικογένειά της έχοντας ευνουχίσει κατ’ αρχήν τα
δύο αγόρια της. Η οικογένεια εμφανίζεται ως το σάπιο κύτταρο που
αναπαραγόμενο δημιουργεί ή εμφανίζει σε μικρογραφία την εικόνα μιας σάπιας
κοινωνίας. Και ειδικώτερα την κοινωνία της μεσαίας τάξης. Ολη η παθολογία
της, φιλαργυρία, έλλειψη ανθρωπισμού και κάθε είδους αρχών, πουριτανισμός
συνδιαζόμενος με υποκρισία, καλυμμένη εγκληματική δραστηριότητα, εκβιασμός,
άθλια συναλλαγή, ίντριγκα, νόθα παιδιά, σεξουαλική ανικανότητα , μια
γενικευμένη αναπηρία, ακόμα και σωματική, σημαδεύει και την οικογένεια.
Μέσα σ’ αυτό το βούρκο δε διασώζεται κανείς, δεν υπάρχει «θετικός ήρωας»,
ακόμα και η Λιουντμίλλα( ένα νέο και όμορφο κορίτσι που εξαναγκάστηκε να
παντρευτεί τον ανάπηρο γιό της Βάσσα) καταβυθίζεται σταδιακά μέσα του ,
κάτι σαν τίμημα γιατί αγάπησε λάθος άνθρωπο σε λάθος χρονική στιγμή.
Ο Φώτης Μακρής δεν είδε το έργο μέσα στην ιστορικότητά του. Το «δανείστηκε
σαν υλικό» και το παρουσίασε (σκηνικά και ερμηνευτικά) ως μία διαχρονική ή
σύγχρονη κατάσταση. Βέβαια το να υπερβείς τα χρονικά όρια ενός έργου είναι
απόλυτα θεμιτό. Όμως για να το κάνεις αυτό με επιτυχία πρέπει πρώτα να το
έχεις κατανοήσει στην πρωταρχική του μορφή. Και κάτι τέτοιο δεν φάνηκε να
έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Ετσι όλα τα ελαττώματα του έργου, αντί να
σμιλευτούν για ν’ απαλυνθούν , διογκώθηκαν. Οι χοντρές πινελλιές που
προαναφέραμε, έγιναν μουτζούρες, με έναν γενικευμένο θόρυβο που συσκότιζε
τις βαθύτερες συγκρούσεις και κυρίως τον παλλόμενο ψυχισμό των ηρώων. Ο
Φώτης Μακρής καθοδήγησε λάθος το θίασο των νέων κυρίως παιδιών που έπαιζαν
στην παράσταση. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πώς αντιλήφθηκε
το ρόλο της Λιουντμίλλα που ενστικτωδώς διέσωσε η Θάλεια Ματίκα. Την
εμφάνισε ως αγοροκόριτσο αντί για το πληγωμένο όμορφο πλάσμα του έργου που
βρωμίζεται «εν αθωώτητι». Και κυρίως δεν αξιοποίησε τις δυνατότητες της
νεαράς ηθοποιού, που μας έδειξε όσο της επιτράπηκε, ότι μπορεί να ερμηνεύει
με εσωτερική δύναμη και να μην παρασύρεται σε εξωτερικές αντιδράσεις.
Μονοσήμαντη η ερμηνεία της έμπειρης Αλίκης Αλεξανδράκη, χωρίς διανυμάνσεις
και ηχοχρώματα. Τόσο δεδομένη η «Βάσσα» της από την πρώτη σκηνή!!!
Αντίθετα αξιοσημείωτη η προσπάθεια του Θανάση Μυλωνά σε έναν τόσο κόντρα με
το φυζίκ του ρόλο ( του σωματικά ανάπηρου Πάβελ).

ΑΘΗΝΑ 17-3-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ