ΒΕΡΕΝΙΚΗ του Ζαν Ρασίν στο θέατρο Αμόρε
Σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά
Πώς ανεβαίνει σήμερα μια νεοκλασσική γαλλική τραγωδία του 17ου αιώνα, έτσι
ώστε να αφορά στο σύγχρονο κόσμο;
Υπάρχει σήμερα χώρος για την «μεγαλειώδη θλίψη» που συνιστά και όλη της
χάρη της τραγωδίας κατά τον συγγραφέα;
Ο Τίτος (Ακύλλας Καραζήσης), ο Αντίοχος (Νίκος Κουρής) και η Βερενίκη
(Αμαλία Μουτούση), οι ήρωες του Ρακίνα, καθισμένοι στη μπάρα ενός σύγχρονου
μπαρ, πίνουν για να αντέξουν τον πόνο ενός προδιαγεγραμμένου χωρισμού και
της ερωτικής απογοήτευσης, υπό τον ήχο γνωστών ερωτικών τραγουδιών στυλ Ζακ
Μπρελ και Ντομένικο Μοντούνιο.
Η έμπιστη Φοινίκη (Ηλέκτρα Νικολούζου) μεταμορφώνεται σε μουσουλμάνα
λουλουδού που κρατά και την γκαρνταρόμπα του μαγαζιού, ο Αρσάκης (Κώστας
Βασαρδάνης) συμβουλεύει το βασιλιά από τη θεση του μπάρμαν και ο Πάουλος
(Δημήτρης Κουτρουβιδέας) σαν πιανίστας σιγοντάρει με santimental τραγούδια
το δράμα που παίζεται ανάμεσά τους.
Αν αφαιρέσουμε τη μεγαλορημοσύνη, , την ηγεμονική θέση του τραγικού
προσώπου και τον παλαιομοδίτικο έμμετρο λόγο, δε βλέπουμε παρά τρεις
ανθρώπους παγιδευμένους σε ένα αδιέξοδο ερωτικό τρίγωνο που για
διαφορετικούς λόγους ο καθένας απαιτείται (από κάποια ανάγκη, ή κοινωνική
επιταγή) να χωριστούν. Ο χωρισμός θα συντελεστεί χωρίς αίματα. Η τραγική
έκβαση αιωρείται ανάμεσα στην αποδοχή της μοναξιάς και την εσωτερική θλίψη.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ρακίνας έφερε στην τραγωδία στοιχεία του σύγχρονου
ποιητικού και θεατρικού πνεύματος.
Ο Χουβαρδάς πέτυχε να μας οδηγήσει σε μια σύγχρονη ανάγνωση αλλά και
ειρωνική κριτική ματιά του έργου.
Η τοποθέτηση των ηρώων στον σύγχρονο χώρο και η μελό μουσική, αρκεί για να
ακουστεί ο λόγος σχεδόν γελοιογραφικά.
Οι ηθοποιοί κινήθηκαν χορογραφικά και ενσωμάτωσαν τον «βαρύ» ποιητικό
λόγο με απόλυτη φυσικότητα, σε αντίστιξη με την καθόλα μοντέρνα παρουσία
τους. Εξαιρετική η Αμαλία Μουτούση, διάφανη, διαυγής και ραγισμένη
Βερενίκη.