ΒΙΡΤΖ.ΓΟΥΛΦ04

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΗΝ ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ;
Του ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΑΛΜΠΗ
Στο ΘΕΑΤΡΟ ΛΑΜΠΕΤΗ
Σε ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΒΑΛΤΙΝΟΥ
Το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» έχει μείνει στη μνήμη των
περισσότερων από εμάς, ως η παράσταση – σταθμός του 1982 στο θέατρο
«ΑΘΗΝΑΙΟΝ» και το ρεσιτάλ ηθοποίας της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου
υπό την καθοδήγηση ενός εμπνευσμένου Ζυλ Ντασσέν, βαθύ γνώστη του
μεταπολεμικού αμερικάνικου θεάτρου.
Σε κείνη την παράσταση, την οποία για διάφορους λόγους παρακολουθούσα
αδιαλείπτως επί δύο θεατρικές σαιζόν σχεδόν κάθε βράδυ, έπαιζε το ρόλο του
Νικ ένας νέος ηθοποιός, που ξάφνιασε τότε με το ταλέντο του. Ηταν ο
Γρηγόρης Βαλτινός.
Κι επειδή ο χρόνος στο θέατρο διαθέτει έναν χαρακτήρα μαγικό, έφερε τη
στιγμή έτσι, που ο νεαρός Νικ του 1982 να μεταμορφωθεί όχι μόνο στον ώριμο
Τζωρτζ του 2004, αλλά και στον σκηνοθέτη του έργου.
Ο Βαλτινός δε φοβήθηκε τη «Βιρτζίνα Γουλφ». Επεσε στα βαθειά και κολύμπησε.
Είμαι σίγουρη πως όλα αυτά τα 22 χρόνια που μεσολάβησαν, το έργο αυτό
βρισκόταν μέσα του. Ηθελε μόνο χρόνο για να τ’ αγγίξει και πάλι, τόσο για
να «λιώσουν μέσα του» τα μυστήριά του (μόνο ένας ώριμος άνθρωπος άλλωστε
μπορεί ν’ αναμετρηθεί με τους υπαρξιακούς φόβους και κυρίως το θάνατο-
θεμελιακά στοιχεία του έργου), όσο και ν’ απομακρυνθεί από τη γοητεία
εκείνης της σημαντικής πρώτης θεατρικής εμπειρίας.
Το έργο είναι δομημένο πάνω σε μια πρόφαση.
Το μεσοαστικό ζευγάρι που ξεγυμνώνεται επί σκηνής παρουσία τρίτων, δεν
πρωταγωνιστεί σ’ ένα ακόμα αστικό δράμα. Ο Αλμπη, εραστής του θεάτρου του
παράλογου και παράλληλα γνώστης του μπουλβάρ και των ρεαλιστικών δραμάτων
που λάτρευε το Broadway, δυναμιτίζει συνεχώς το έργο και τον φαινομενικά
ρεαλιστικό διάλογο, με υπαινιγμούς που οδηγούν κατευθείαν σ’ αυτό που
ειδικά ο Μπέκετ διερευνούσε, στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση.
Η αποκάλυψη του «ζωτικού ψεύδους» που κρατά σε στοιχειώδη ψυχική συνοχή τον
μεταπολεμικό άνθρωπο της Δύσης, τον οδηγεί στην κατάρρευση ή την
«αποδόμηση». Αν μπορέσει μετά την κρίση, να αναδομήσει τον εαυτό του, θα
επιζήσει, θα βρει μια πιο «αληθινή» ισορροπία. Αλλως θα χαθεί.
Θεατρικά, το έργο διαθέτει συναρπαστική δομή, διαλόγους, ακόμα και πλοκή.
Εκείνο που κυριαρχεί είναι η αίσθηση μιας απειλής, η εξοντωτική αναμέτρηση,
μια μάχη που από τον έξω κοσμο μεταφέρεται στον οικείο χώρο, στο εσωτερικό
τελευταίο οχυρό. Το σπίτι. Μια μάχη όλων εναντίον όλων. Το θέατρο ρίχνει
τις μάσκες. Διαλύει τις ψευδαισθήσεις. Ο κατ’ εξοχήν χώρος της
ψευδαίσθησης, γίνεται εργαλείο αποκάλυψης της αλήθειας.
Αυτό το σκληρό παιγνίδι, απαιτεί απ’ τους πρωταγωνιστές του, μέγεθος
ογκόλιθου.
Η σκηνοθεσία του Βαλτινού τόνωσε τη δράση, κινούμενος σε μια
«κινηματογραφική» περισσότερο λογική, αυξάνοντας το σασπένς και την κίνηση.
Ο ίδιος σκιαγράφησε ένα Τζωρτζ διανοούμενο, αυτοσαρκαστικό, με αρκετή
εσωτερική δύναμη ώστε να ελέγχει τις εξελίξεις.
Η Πέμυ Ζούνη εξάντλησε το ρόλο περισσότερο στην κατεύθυνση της υπερβολικής
θεατρικότητας. Θεμιτό μεν (η γκροτέσκα θεατρικότητα είναι χαρακτηριστικό το
ηρώων), αλλά ανεπαρκές στο να καταδείξει τους βαθύτερους συμβολισμούς που
παραπέμπει η Μάρθρα, το πληγωμένο θηρίο του έργου.
Ενδιαφέρουσα η λαϊκή έως μάγγικη εκδοχή του Νικ από το Μάνο Γαβρά.
Μια συμπαθητική, αφελή αλλά και νευρωτική Χάνυ, ερμήνευσε ορθά η Μαρία
Καλλιμάνη.

Αθήνα 21-1-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ