«ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ» του Ερρίκου Ιψεν, σε μετάφραση – δραματουργική επεξεργασία
Γιώργου Δεπάστα – Στάθη Λιβαθινού, Σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, στο «Θέατρο
της οδού Κεφαλληνίας
Δεν ξέρω εάν χρησιμεύει σε κάτι ο χαρακτηρισμός του 2014 ως «έτος Ιψεν»,
όπως άλλωστε και οι ανάλογου τύπου χαρακτηρισμοί. Ισως να έπαιζε κάποιο
ρόλο εάν υπήρχαν συντονισμένες ενέργειες από διεθνείς φορείς και πόροι για
μια επανεξέταση του έργου του και την ανάπτυξη ενός νέου διαλόγου της
κοινωνίας με τον μεγάλο Νορβηγό δραματουργό που άλλαξε τους δραματικούς
κανόνες, οικοδομώντας το ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα, μπολιασμένο από τις
εξελίξεις της εποχής του στο πεδίο της ψυχανάλυσης, της νέας γνώσης για την
κληρονομικότητα και των κοινωνικών επιστημών. Η δραματουργία του Ιψεν
εμπεριέχει το αρχαίο δράμα και τα σπέρματα του κλασσικού.
Οι «Βρυκόλακες», μιλούν για τις αμαρτίες των γονέων που παιδεύουν τα τέκνα
τους. Για το ασφυκτικό κληρονομημένο περιβάλλον που καθορίζει το μέλλον των
νέων. Ως άλλοι «βρικόλακες», οι γονείς, η εκκλησία και το δεδομένο
κοινωνικό περιβάλλον, πίνουν όλο το ζωτικό χυμό των νέων, αφήνοντάς τους
πνευματικά και σωματικά ασθενείς ώστε να συνεχίσουν το μοτίβο ζωής και
αξιών που αυτοί συντήρησαν, μέσα στην υποκρισία της αγίας «αστικής
οικογένειας».
Η παράσταση του Λιβαθινού προσπάθησε να αναδείξει αυτή τη βασική σύγκρουση,
πατώντας πάνω από την μελαγχολία της μετανοημένης πουριτανής κυρίας Αλβιγκ,
στοχεύοντας στο δράμα των δύο νέων.
Στην νεαρή Ρεγγίνε που η έντονη ακατέργαστη σωματικότητά της απλά της
επιτρέπει να επιβιώνει, σε αντίθεση με τον υπερευαίσθητο μουσικό Οσβαλντ
(με προφανές το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα) που είναι ήδη νεκρός.
Στηριζόμενος ο σκηνοθέτης στις λεπτής ψυχολογικής διείσδυσης ερμηνείες των
ηρώων, προσπάθησε να ξύσει την πατίνα του χρόνου που καλύπτει το ιψενικό
δράμα.
Με την σχεδόν ψυχικά απούσα παρουσία της Μπέττυ Αρβανίτη (κα Αλβιγκ), την
έως κωμική αφέλεια του Νίκου Χατζόπουλου ως πάστορα (Μάντερς) , την
στιβαρή αλλά ξοδεμένη λαϊκότητα της Ρεγγίνας της Μαρίας Κίτσου, τη λαϊκή
πονηριά ενός μπρουτάλ Ενγκστραντ και τέλος την εξαϋλωμένη παρουσία του
Κώστα Βασαρδάνη.
Παρόλ’ αυτά όμως, δεν τόλμησε να φέρει το δράμα από τον ύστερο 19ο αιώνα
στο σήμερα, που μια ολόκληρη νέα γενιά πνίγεται από τις αμαρτίες των
παλιότερων, παρότι το υπονόησε.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ