Βρωμιά.11

«Βρωμιά» του Ρόμπερτ Σνάιτερ σε Σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στην
Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

Όταν πριν 14 χρόνια ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος είχε πρωτοανεβάσει αυτό το
ίδιο έργο προοικονομώντας τα μελλούμενα και θέτοντας το ερώτημα στην
ελληνική κοινωνία όπως ήδη είχε τεθεί στη Γερμανία και την Αυστρία μετά τον
πόλεμο του Κόλπου και το ξερίζωμα χιλιάδων Ιρακινών, η Ελλάδα βρισκόταν
στην φάση της σχετικής αφομοίωσης του μεταναστευτικού ρεύματος από την
Ανατολική Ευρώπη.Τη δυσανεξία της απέναντι στο φαινόμενο, ισορροπούσε
σχετικά, η φτηνή εργασία τους και τα έσοδα από τις ενοικιάσεις των υπογείων-
ισογείων της Κυψέλης που η οικονομική ανάπτυξη είχε αφήσει άδεια από
Ελληνες.
Τώρα επανέρχεται με το ίδιο έργο, σε συνθήκες κρίσης και έκρυθμης
κατάστασης στο Κέντρο της Αθήνας, στα λιμάνια της Πάτρας και της
Ηγουμενίτσας.
Στο έργο, ο Σαντ ( ο Λυπημένος), Ιρακινός, μορφωμένος, μετανάστης χωρίς
χαρτιά, έφτασε στη χώρα των ονείρων του, στη χώρα του Γκαίτε και του
Σίλλερ, από μεράκι και αγάπη. Ζει λαθραία, τρομαγμένος, κρυμμένος σ’ ένα
υπόγειο αγκαλιά με τα κόκκινα απούλητα τριαντάφυλλά του, που δεν αγοράζει
κανείς.
Σε έναν μονόλογο κοφτερό σαν μαχαίρι, γίνεται ο καθρέφτης του εαυτού μας,
ενός εαυτού που απωθούμε, που δεν θέλουμε να αναγνωρίσουμε. Μιλάει για
λογαριασμό μας, ανακατεύει το φόβο του με το φόβο μας, ζητάει συγνώμη για
τη βρωμιά του «δεν θα το πίστευα ποτέ, λέει, ότι μόλις θα μας βλέπατε θα
κολλούσατε μια αρρώστια που σας κάνει να γίνεστε θηρία».
Ο Σνάιντερ δε μασάει τα λόγια του και γράφει το έργο την εποχή που
συμμορίες ακροδεξιών συμπατριωτών του και νεοναζί έμπαιναν στα σπίτια
μεταναστών, έκαιγαν και σκότωναν. Τόλμησε να τοποθετήσει έναν τεράστιο
καθρέφτη μπροστά στα μάτια τους. Ο Θεοδωρόπουλος τα τελευταία χρόνια κάνει
μια τέτοια προσπάθεια για λογαριασμό μας. Από τον Κοινό λόγο της Ελλης
Παπαδημητρίου, τα Ορφανά του Ντένις Κέλι της περασμένης σαιζόν έως τη
Βρωμιά, δεν διστάζει να πάρει θέση. Δυστυχώς όμως δεν έχει να στηριχθεί και
σε ανάλογα δικά μας έργα.
Ακόμα περιμένουμε τους έλληνες θεατρικούς συγγραφείς που θα βουτήξουν
πραγματικά την πέννα τους στο μελάνι μιας φαιής πραγματικότητας που
προσβάλλει την περηφάνια, την αλληλεγγύη και την ίδια την ιστορία του λαού
μας που σέρνει ακόμα τις ουρές της άγριας μετανάστευσής του κατά την
δεκαετία του 1960.
Μόνο το «Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη έρχεται το νου μου σαν
αξιομνημόνευτο αντιστάθμισμα στο προαναφερόμενο έλλειμμα.
Η «Βρωμιά» είναι στηριγμένη πάνω σε έναν μόνο ηθοποιό. Έναν από τους
καλύτερους της γενιάς του. Τον τριαντάρη Γιάννο Περλέγκα που έχει
ακολουθήσει συνειδητά το δρόμο του θεάτρου με το Θήτα κεφαλαίο. Μακριά από
τις ευκολίες της τηλεοπτικής και σταριλίστικης γενιάς του.
Ο ηθοποιός, με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, έπλασε ένα
σπαραχτικό πλάσμα κατ’ ευθείαν από «Το Υπόγειο» του Ντοστογιέφκι.
Μέσα σ’ ένα άθλιο υπόγειο- αποθήκη, ανάβοντας και σβήνοντας τα κεράκια του
πένθους και της ελπίδας, με τον αυτοσαρκασμό που ταιριάζει στον
απελπισμένο, έφτιαξε έναν Σαντ που εκπροσωπούσε όλους τους Λυπημένους της
υφηλίου, τους αποκλεισμένους και τους παρίες. Ηταν εντυπωσιακό να
ακολουθούμε βήμα – βήμα ν’ ακουμπάει ο καλός ηθοποιός ολόκληρη την
αισθητική του (με την ηθική έννοια) στη σκηνή και να μας θυμίζει έναν
πρόσφυγα Χριστό ως αίροντα τις αμαρτίες του κόσμου.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ