«ΓΚΟΛΦΩ» του Σπ. Περεσιάδη, σε Σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, στο «REX”, από
το Εθνικό Θέατρο
Αυτό το δραματικό ειδύλλιο του 1893, έχει πλέον περάσει στο λαϊκό
υποσυνείδητο, συνδεδεμένο με την ιστορική παράδοση των μπουλουκιών, αλλά
και των επωνύμων θιάσων, ακόμα και με την απαρχή του κινηματογράφου στη
χώρα μας.
Γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, με άμεσες αναφορές στα δημοτικά τραγούδια,
τις λαϊκές εκφράσεις, την ιδιότυπη γλώσσα του, την αναφορά στην ύπαιθρο
και τον κοινοτικό τρόπο ζωής, εκφράζει με τον τρόπο του Κώστα Κρυστάλλη,
την νοσταλγία της αδιαμεσολάβητης σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Σχέση,
που η αστυφιλία, ακόμα από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχε σοβαρά διαταράξει.
Αφηγούμενο την τραγική ερωτική ιστορία ανάμεσα στην Γκόλφω και τον Τάσο, σε
έναν διάλογο ανάμεσα στο ανθρώπινο συναίσθημα και στα στοιχεία της φύσης,
αλλά και με τόλμη εκφράζοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στο συναίσθημα και την
ηθική υπόσταση από τη μια και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες από την
άλλη, είναι ένα κείμενο ολοζώντανο, με άρτια τεχνική.
Παρά την ένταξή του στα «έργα φουστανέλας», το θεατρικό αυτό έργο κρύβει
θησαυρούς.
Και διαπίστωσα με ευχάριστη έκπληξη ότι ο Καραθάνος έψαξε και τους βρήκε.
Είδε όλη αυτήν την ιστορία, ως μια διαδικασία πένθους και απώλειας,
αποδίδοντας εικαστικά την οριστική διάζευξη του σύγχρονου ανθρώπου από τον
βαθύτερο εαυτό του και τη σχέση του με τη φύση, την αλλοτρίωση και την
αποξένωση από τις φυσικές δυνάμεις και ροπές, με ένα απόλυτο χρώμα. Το
μαύρο.
Μέσα σε ένα σουρεαλιστικό, κατεστραμμένο μαύρο περιβάλλον, ό,τι απέμεινε
από τη σφύζουσα φύση παρελθόντων εποχών, η ερωτική σχέση δύο νέων ανθρώπων,
είναι καταδικασμένη να οδηγήσει στο θάνατο. Αυτή η ίδια όμως, αποτελεί
ταυτόχρονα και μια υπόσχεση ζωής.
Η τριπλή διανομή στους ρόλους της Γκόλφως και του Τάσου (Εύη Σαουλίδου,
Λυδία Φωτοπούλου, Αλίκη Αλεξανδράκη και Χάρης Φραγκούλης, Νίκος Καραθάνος
και Γιάννης Βογιατζής), που από τη αθώα νεότητα, βαραίνουν όσο ωριμάζουν
στα χρόνια και τις εμπειρίες, για να καταλήξουν ένα ζευγάρι υπερηλίκων αλλά
πάντα ερωτευμένων, μετέφερε το έργο στο σήμερα, σαν μια υπόθεση ακόμα
ανοικτή.
Οι κωμικές σκηνές, ακόμα και η παρακινδυνευμένη αμφίεση αρκούδας με την
οποία εμφανίζονται οι «κακοί», η ζωντανή μουσική και τα τραγούδια που
ερμηνεύονταν από τους ηθοποιούς επί σκηνής (εξαιρετική η Χριστίνα Μαξούρη),
τα σωματικά συμπλέγματα και οι μικρές παρεμβάσεις που έκαναν το σύνολο των
ηθοποιών να φτιάχνουν χειροποίητες εικόνες και το ανοιχτό τέλος, μας
πρόσφεραν μια παράσταση εξαιρετικής αισθητικής και συναισθηματικής
ποιότητας, που προσέδωσαν στην έννοια «κρίση», το νόημα της τέχνης.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ