«Δάφνες και Πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαϊδη-Ελένης Χαβιαρά, σε Σκηνοθεσία
Γιάννη Μόρτζου, στο θέατρο «Τζένη Καρέζη»
Ημουν πρωτοετής φοιτήτρια, όταν το 1979, στο μαγικό υπόγειο του Κουν, μέσα
στην έξαρση της μεταπολίτευσης, κλαίγαμε από τα γέλια, παρακολουθώντας τις
«Δάφνες και Πικροδάφνες». Με όλης μας δε την παιδική παντοδυναμία και την
έπαρση της νιότης, θεωρούσαμε ότι αυτός ο τύπος ανθρώπων, οι
μικροκομματάρχες από την Τρίπολη, που σχεδίαζαν στο θλιβερό τους αρχηγείο
την προεκλογική τους τακτική, ανήκε στον κόσμο του Νεάτερνταλ, ανήκε στον
προδικτατορικό παλαιοκομματισμό. Ότι όλος αυτός ο κόσμος ήταν ένας κόσμος
που είχε ήδη πεθάνει αλλά δεν το γνώριζε ακόμη. Ότι το μικροπολιτικό
παρασκήνιο, ο παραγοντισμός, η κοτσαμπάσικη νοοτροπία, οι πελατειακές
σχέσεις, οι μηχανορραφίες, οι λίστες των οπαδών, οι παρατρεχάμενοι κλπ,
κλπ, θα σαρώνονταν πλέον από τα κύματα των νέων αγωνιστών του
αντιδικτατορικού αγώνα , του Πολυτεχνείου και των παιδιών της
μεταπολίτευσης, που είχαν με θόρυβο εισβάλλει στο προσκήνιο και άλλαζαν όλο
το πολιτικό τοπίο της χώρας.
Το να ξαναβλέπεις όμως σήμερα το έργο, αυτήν την πολιτική κωμωδία κριτικού
ρεαλισμού , στην Ελλάδα της κρίσης και της χρεοκοπίας και να μην χρειάζεται
να προσθέσεις ούτε λέξη, δεν επισημαίνει μόνο τη διαχρονικότητα του έργου,
αλλά κυρίως τη βαθειά πολιτιστική υστέρηση της χώρας. Και μάλιστα να
αισθάνεσαι ότι τα πράγματα είναι μάλλον χειρότερα και ότι οι ερασιτέχνες
ήρωες του Κεχαϊδη, ωχριούν μπροστά στους σύγχρονους ακριβοπληρωμένους
επαγγελματίες επικοινωνιακούς συμβούλους των διαφόρων κομμάτων εξουσίας.
Στο έργο αντανακλάται το στρεβλό πρόσωπο του έλληνα, που τα ίδια τα μεγάλα
του προτερήματα, μετατρέπονται σε θανάσιμα ελαττώματα.
Δραματουργικά το έργο είναι στημένο σαν μια παρτίδα «πρέφα» που παίζουν οι
τέσσερις καφενόβιοι παίχτες, τηρώντας τους κανόνες του παιγνιδιού, με τα
ατού και τους άσσους, τις μπλόφες και τα «ρέστα» τους. Η ελληνική πολιτική
πραγματικότητα αποδομείται ιστορικά και παράλληλα χαρτογραφείται η
ψυχοσύνθεση του έλληνα της μεταπολίτευσης, που τριάντα χρόνια μετά
χρεώνεται ενοχικά τη συλλογική μας αποτυχία.
Τέσσερις έμπειροι ηθοποιοί , προεξάρχοντος του Κώστα Καζάκου που επιβάλλει
την προσωπικότητα του «Κώστα», ερμηνεύοντας τις αδυναμίες του ως προσόντα
και καθιστώντας τον «συμπαθή», αλλά και ο Γιάννης Μόρτζος, Γιάννης
Καρατζογιάννης και Θάνος Καληώρας , χαρτογράφησαν σπαρταριστά τα πρόσωπα
μιας μικροαστικής Ελλάδας που στήριξαν μιαν άρρωστη κοινοβουλευτική
«δημοκρατία».
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ