ΔΑΦΝΕΣ03

«ΔΑΦΝΕΣ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ»
Των ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΕΧΑΪΔΗ – ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑ
Στο ΘΕΑΤΡΟ «ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ»
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΤΖΟΥ

Εικοσιτέσσερα χρόνια έχουν περάσει από τότε που το έργο πρωτοανέβηκε στο
υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Το έτος 1979 ανήκει στην περίοδο που ονομάστηκε
«πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης», σηματοδοτώντας έτσι μια χρονική περίοδο
με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και κυρίως «κλίμα». Μέσα λοιπόν σε κείνο το
«κλίμα» που περιείχε πολιτικές αναμονές, ανατρεπτική κοινωνική ψυχολογία,
ανάγκη για κάθε είδους «τομές» και κυρίως την ανάγκη μιας εθνικής
αυτογνωσίας, το έργο ξεσήκωσε τον ενθουσιασμό κοινού και κριτικής. Και πώς
να γίνει αλλιώς όταν το θέμα του αφορούσε στα μικροπολιτικά ήθη του τόπου,
τον άγριο παραγοντισμό των κομματαρχών , την μίζερη επαρχιώτικη αντίληψη
περί κοινοβουλευτισμού. Πέντε μόλις χρόνια μετά την κατάρρευση της
χούντας, η ελληνική πολιτική πραγματικότητα εμφανίστηκε, ίσως για πρώτη
φορά στη σκηνή, τόσο γυμνή από κάθε ιδεολογικό άλλοθι.
Το έργο χαρακτηρίστηκε από την κριτική ως πολιτική σάτυρα, παρότι ενώ οι
πρωταγωνιστές του μιλούν συνεχώς για την πολιτική, καμμία πολιτική ιδέα,
άποψη ή αντίληψη δεν αναπτύσσουν. Το έργο είναι πολιτικό από την άποψη του
μηνύματος που στέλνει στο θεατή. Της αποκάλυψης των μηχανισμών ελέγχου της
πολιτικής ζωής του τόπου. Του ήθους των επαγγελματιών της πολιτικής.
Κατά τη γνώμη μου βέβαια τα παραπάνω χαρακτηριστικά υπάρχουν στο έργο μόνο
σε πρώτη ανάγνωση. Οι χαρακτήρες του (τέσσεροι μεσήλικες, μικροκοματάρχες
της Τρίπολης που ετοιμάζονται για τις επόμενες εκλογές, δίνοντας μάχη για
να μπουν στα ψηφοδέλτια οι δικοί τους υποψήφιοι) παρότι ψυχολογικά
διαμορφωμένοι, τελικά παραπέμπουν σε στερεότυπες κοινωνικές συμπεριφορές,
είναι λες διαμορφωμένοι για να καταδείξουν αυτές και όχι την ατομική τους
προσωπικότητα. Και ενώ μια πρώτη ιδέα περί του έργου το κατατάσσει στην
κατηγορία της κωμωδίας ηθών, τελικά είναι κάτι περισσότερο. Οι συγγραφείς
δηλαδή επιχειρούν μια υπέρβαση.
Οι ήρωες μοιάζουν να μάχονται για κάτι περισσότερο από την επικράτηση του
υποψηφίου τους. Υπερασπίζονται με πάθος μάλλον κάποια προσωπική τους
επένδυση. Το επαρχιακό περιβάλλον, ο χειμώνας, το κρύο και το χιόνι που
πέφτει έξω από το σπίτι, δίνουν μια ποιητική νότα στην ξεθωριασμένη
εσωτερική ζωή τους. Χαμένοι από χέρι, ζουν φαντασιωτικές νίκες, ελπίζουν
να πάρουν τη ρεβάνς, στην προσωπική τους ιστορία.
Και κυρίως υπάρχει η μυθοποίηση του έρωτα. Μια γυναίκα που στιγματίζει τις
τύχες τους, μόνο και μόνο επειδή υπήρξε. Πίσω λοιπόν από το καλοστημένο
θεατρικό παιγνίδι, ενυπάρχει η υπαρξιακή αγωνία των ηρώων. Μόνο που
ακατέργαστοι όπως είναι, στερούνται της ικανότητας να την εκφράσουν δηλαδή
να την συνειδητοποιήσουν.
Αυτά νομίζω τα χαρακτηριστικά του έργου το κρατούν ζωντανό και σήμερα,
περισσότερο από την πολιτική του επικαιρότητα, που ούτως ή άλλως υπάρχει,
εφόσον η ελληνική πολιτική πραγματικότητα δεν διαφοροποιήθηκε ποιοτικά από
τον καιρό που αυτό πρωτοπαίχτηκε.
Νομίζω ότι ο Κώστας Καζάκος με την θεατρική του πείρα συνέλαβε το έργο σ’
αυτήν του τη διάσταση. Ετσι προσέδωσε στον «Κώστα» ένα άλλο βάθος από την
απλή ηθογράφιση ενός επαρχιακού κοματάρχη. Και αυτή του η ερμηνεία που
στηνόταν βήμα, βήμα από την αρχή , υποσκάπτοντας το εξόφθαλμα κωμικό του
έργου, ολοκληρώθηκε με το εσωτερικό πάθος που εξέπεμπε, ψιθυρίζοντας τις
τελευταίες ατάκες του έργου… «και η στενοχώρια στο ζάχαρο είναι… Στενοχώρια
στο ζάχαρο…Ειδεμή, θα στην έκανα εγώ τη Νόρα…Θα στην έκανα εγώ τη Νόρα…»
Ο Γιάννης Μόρτζος όμως δεν ακολούθησε τόσο στη σκηνοθεσία του γενικά, όσο
και την ερμηνεία του στον «Τάσο», αυτή τη γραμμή ανάγνωσης. Στάθηκε
περισσότερο στις αβάντες του ηθογραφικού και κωμικού στοιχείου. Στην ίδια
γραμμή στάθηκαν και ο Θάνος Καληώρας (Βασίλης) και ο Γιάννης Καρατζογιάννης
(Αλέκος). Πάντως η παράσταση διαθέτει ρυθμό και φόρμα, φτάνει φρέσκια
σχεδόν στην πλατεία , φέρνοντας το κοινό αντιμέτωπο και πάλι, με τα οικεία
κακά.

ΑΘΗΝΑ 3-12-03
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ