ΔΕΛΦΙΝΑΡΙΟ3

ΟΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΤΗ …ΛΑΙΔΗ

«ΦΥΓΕ ΚΩΣΤΑ … ΕΛΑ ΚΩΣΤΑ»
Επιθεώρηση των Ντίνου Σπυρόπουλου – Μιχάλη Ανθή
Σε σκηνοθεσία του Stefano Sartini
Στο ΔΕΛΦΙΝΑΡΙΟ

Η γενιά μου δεν έχει γνωρίσει την επιθεώρηση της δεκαετίας του 1960, με τα
λαμπρά ονόματα του είδους , τα περίφημα κοστούμια, τα μπαλέττα και τις
μεγάλες ορχήστρες. Μόνο οι παλιές ελληνικές κωμωδίες και τα μιούζικαλ του
Δαλιανίδη μας έδωσαν μια εικόνα της συνταγής.
Εμείς είμαστε οι θεατές της αντι – επιθεώρησης του Ελεύθερου Θεάτρου, που
σατύριζε άγρια τα φτερά και τα πούπουλα της παλιότερης , του «Θεσσαλικού»
και του Λάκη Λαζόπουλου.
Αυτή η εκδοχή μιας επιθεώρησης καθαρά πολιτικής, με λόγο αιχμηρό και
χιούμορ οξύ που αντικατέστησε την σάτυρα των κοινωνικών τύπων, την
επιθεώρηση του σόκιν υπονοούμενου και της ελαφράς διάθεσης, εξαντλήθηκε τη
δεκαετία του 1990, με τελευταία απόπειρα του Λάκη Λαζόπουλου το 1998 με την
«Κυριακή των παπουτσιών», αν και αυτήν την παράσταση δεν μπορούμε να την
ονομάσουμε ακριβώς επιθεώρηση.
Τώρα που γράφονται αυτά, συνειδητοποιώ ότι φέτος κλείνουν τριάντα χρόνια
από το 1973 που το Ελεύθερο Θέατρο ανέβασε το «Κι εσύ χτενίζεσαι».
Το ΔΕΛΦΙΝΑΡΙΟ δε, γιορτάζει αντίστοιχα τα 25 χρόνια συνεχούς λειτουργίας
του, με καλοκαιριάτικες επιθεωρήσεις που συνεχίζουν να μιμούνται εκείνες
τις παλιές, στη δομή και το ύφος.
Δυστυχώς όμως έχει πλέον διαπιστωθεί πως όσες ενέσεις αναζοωγόνησης κι αν
γίνουν, με πλούσια σκηνικά που εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες της
σύγχρονης τεχνολογίας, όσα μπαλλέτα άξια κι αν προσλαμβάνονται, όσες σταρ
του λαϊκου μουσικού στερεώματος κι αν μετακαλούνται, δεν αναχαιτίζεται η
παρακμή ενός είδους που τέλειωσε μαζί με τις συνθήκες που το γέννησαν.
Αυτό γίνεται φανερό και στην φετινή επιθεώρηση. Και το κύριο που λείπει
είναι τα κείμενα. Κείμενα σύγχρονα, κριτικά, σατυρικά.
Η βασική ιδέα να παρουσιαστεί μια παλιά ρωμαντική εκδοχή της Αθήνας σε
αντιπαράθεση με τη σημερινή, υποστηρίχτηκε μόνο από τα σκηνικά και την
επιλογή κάποιων τραγουδιών. Το υποτιθέμενο βασικό πολιτικό κείμενο που
εκφωνήθη από τον έναν εκ των συγγραφέων κύριο Ντίνο Σπυρόπουλο δεν κατάφερε
ούτε καν να υποστηρίξει τον τίτλο του έργου. Μόνο το τραγουδάκι που το
συνόδευε, κάλεσε τον νεώτερο Κώστα ν’ ανέβη στην εξουσία για «να φάει κι ο
φτωχός». Η πλήρης συγγραφική ένδεια καλύφτηκε όπως – όπως με κοινοτοπίες
για τα κινητά τηλέφωνα, τη άρνηση κάποιας κυρίας να συνευρεθεί σεξουαλικά
με το σύζυγό της, τα τηλεοπτικά πρόσωπα των realities shows και κυρίως τα
κιλά της κυρίας Ελντας Πανοπούλου σε συνδιασμό με τις δήθεν ακόρεστες
σεξουαλικές της ορέξεις.
Ο μισός χρόνος της παράστασης δαπανήθηκε με την κυρία Πανοπούλου ως θυλικός
Στάθης Ψάλτης να ακκίζεται με τους θεατές, να πέφτει επάνω τους και να τους
προκαλεί να την αγγίξουν στα σημεία του σώματός της που από τη φύση
καθορίζουν το φύλο της. Δεν αρκεί πλέον η βωμολοχία για να εκτονωθεί το
κοινό. Αν η τηλεόραση έχει το μειονέκτημα της εικονοκότητας, εμείς θα
κερδίσουμε το κοινό με ό,τι πιο δυνατό διαθέτει το θέατρο. Την αμεσότητα
και τη φυσική επαφή. Πιάστε με λοιπόν.
Τέτοιος ξεπεσμός. Η κυρία Πανοπούλου δεν στερείται ούτε ταλέντου ούτε
παιδείας. Γι αυτό άλλωστε και οι ευθύνες της είναι μεγαλύτερες.
Και το κοινό που συνόδευε ανήλικα παιδιά (στο ταμείο του θεάτρου υπήρχε
αναρτημένη ανακοίνωση ότι τα παιδιά άνω των τεσσάρων ετών πληρώνουν
εισητήριο) να χειροκροτεί, να αποδέχεται, να γελάει δήθεν σκανδαλισμένο.
Πλήρης συνενοχή. Όμως αυτό το φαινόμενο ανήκει στο πεδίο ερεύνης της
κοινωνικής ψυχολογίας και ξεφεύγει των δυνατοτήτων ανάλυσης του παρόντος
σημειώματος.
Ποιο ήταν το ατού της παράστασης; Γιατί παρόλ’ αυτά υπήρχε ένα ατού.
Η κυρία Αντζελα Δημητρίου που όταν δεν έκανε την ηθοποιό, έλαμπε επί σκηνής
και τραγούδησε από δικές της επιτυχίες έως Χατζιδάκη, συνοδευόμενη στο
δεύτερο μέρος από την Ελντα Πανοπούλου στο πιάνο . Ενα μέρος που το
ονόμασαν « Μέρες Ραδιοφώνου».
Δηλαδή για να βρούμε κάποια ποιότητα πρέπει να γυρνάμε μόνο πίσω; Για το
σήμερα, οι συγγραφείς και οι άλλοι συντελεστές της παράστασης επιφυλάσσουν
μόνον την αγοραία χυδαιότητα;