ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΖΥΛΙ’12

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
«ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΖΥΛΙ» , βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Αυγούστου Στρίντμπεργκ,
σε Διασκευή Katie Mitchell και Σκηνοθεσία Katie Mitchell, Leo Warner, από
την Βερολινέζικη Σαουμπύνε, στην Πειραιώς 260

Στην ιστορία του θεάτρου, η «Δεσποινίς Τζούλια» θεωρείται ως το μανιφέστο
του Νατουραλιστικού Θεάτρου, κυρίως από τα όσα ο συγγραφέας αναφέρει στον
πρόλογο του έργου. Θα μπορούσαμε να πούμε όμως πως στην ουσία είναι η
απαρχή του κριτικού ρεαλιστικού θεάτρου, γιατί όσο κι αν θεωρεί ο
συγγραφέας πως αυτά τα έργα ερευνούν ή φωτίζουν μια «φέτα ζωής», ουσιαστικά
παρεμβαίνουν κριτικά στο θέμα τους.
Στο έργο, που ξεσήκωσε θύελλες αντιδράσεων όταν δημοσιεύτηκε (1888) και
κυρίως όταν παίχτηκε (1904) κινητοποιώντας ακόμα και την αστυνομία,
εστιάζει όχι μόνο στην πάλη των δύο φύλων που της προσδίδει φυσική δύναμη
και ενστικτώδικη κατάσταση, αλλά και στην σύγκρουση δύο κοινωνικών τάξεων.
«Με την ωμότητα του σκλάβου και την κρύα καρδιά του κυρίαρχου», ο υπηρέτης,
ο Ζαν, συντρίβει, μια νύχτα μεσοκαλόκαιρου, την κόρη του κόμη, την
δεσποινίδα Ζυλί και συμβολικά την τάξη της.
Στη διασκευή της η Μίτσελ κράτησε μόνο το ένα πέμπτο του έργου, εμπλούτισε
το κείμενο με την ποίηση της Δανέζας Ινγκερ Κρίστενσεν, επιδιώκοντας, όπως
έγραψε η ίδια, να φέρει αντιμέτωπο τον «μισογύνη» συγγραφέα με την
φεμινιστική λογοτεχνία. Η αγγλίδα Κέιτ Μίτσελ με γερή προϋπηρεσία στο
βιογραφικό της, σ’ αυτήν την πρώτη της συνεργασία με το διάσημο
βερολινέζικο θέατρο, χρησιμοποίησε το έργο ως «κεντρική ιδέα», κράτησε τη
βασική σύγκρουση μεταξύ φύλων, τάξεων, εξουσίας, και αντίθετα με το
πρωτότυπο, έβγαλε στο προσκήνιο ως πρωταγωνίστρια όχι την «δεσποινίδα
Ζυλί» αλλά το τρίτο μέρος του ερωτικού τριγώνου, την υπηρέτρια «Κριστίν».
Όμως κυρίως το στοίχημα της σκηνοθέτιδας αφορούσε στη φόρμα της παράστασης
και στη χρήση των κινηματογραφικών πολυμέσων. Επί σκηνής γυριζόταν μία
ταινία βωβού κινηματογράφου. Οι σκηνές πλανάρονται και μοντάρονται επί
σκηνής και το αποτέλεσμα προβάλλεται σαν μία ταινία «Live” στην οθόνη που
δέσποζε. Οι τεχνικοί του θιάσου γεννούν όλους τους ήχους, ενώ παράλληλα με
τις κάμερες, κινηματογραφούν τις δράσεις των ηθοποιών και τις προβάλλουν
ρεαλιστικά στην οθόνη. Ετσι αναδεικνύονται όλες οι μικροκινήσεις, τα
βλέμματα, τα συναισθήματα, το δέρμα των ηρώων.
Αν και οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η πολυφορτωμένη σκηνή με τις
παράλληλες δράσεις και το πλήθος των σκηνικών στοιχείων, αποπροσανατόλιζε
το θεατή και δυσκόλευε την πρόσληψη του βασικού. Ισως και να κατέληγε σε
επίδειξη τεχνικών δυνατοτήτων.
Πάντως πραγματική πρωταγωνίστρια στο έργο, πέραν της τεχνικής αρτιότητας
και δεξιοτεχνίας, αναδείχτηκε η Jule Bowe στην Κριστίν. Η ατμόσφαιρα του
έργου και τα κοστούμια, παρέπεμπαν στην εποχή που γράφτηκε αλλά κυρίως
ανέδιδαν έναν βόρειο παγωμένο προτεσταντισμό.
Η σκηνοθέτης έβγαλε το κλίμα εσωτερικής δυστυχίας όλων, κρατημένα
συναισθήματα και στερημένα σώματα. Σαν όλες οι τάξεις να βυθίζονται στην
κρίση και το αίτημα της αγάπης να μένει αναπάντητο. Νέες σχέσεις δε
φαίνεται να γεννιούνται.
Προφανώς έτσι έχει εκλάβει η σκηνοθέτης και τη βασική σύγκρουση της εποχής
μας.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ