Ο ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΣ του Αντον Τσέχοφ
Από το ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ
Από την πρεμιέρα του έργου το 1904 και τη διαμάχη του Τσέχοφ με τον
Στανισλάφσκι αν το έργο είναι κωμωδία ή δράμα, την κριτική του Μέγιερχολντ
για την νατουραλιστική σκηνοθεσία του προηγούμενου, έως τις παραστάσεις της
δεκαετίας του 1980, όπως αυτές του Κάργκε, του Λάνγκχοφ και του Γκρούμπερ
που είδαν το έργο σαν μια εξορία δίχως τέλος, σαν μια απόγνωση δίχως τέλος,
την παράσταση «πολλαπλής οπτικής γωνίας» του Π. Μπρουκ, ή αυτήν του Στρέλερ
που είδε το έργο ως μια «έρευνα πάνω στο χρόνο», γενιές ολόκληρες
σκηνοθετών ήρθαν αντιμέτωποι με τις δεκάδες εκδοχές του έργου , για να
φτάσουμε να ξαναθυμηθούμε αυτό που έγραφε ο ίδιος ο συγγραφέας «να είστε
πιο ανάλαφροι, πιο ρευστοί, πιο απλοί, λιγότερο μοιρολάτρες, λιγότερο
δραματικοί, πιο χαρωποί, όπως στη ζωή – ζωή μετατοπισμένη, αλλά πάντα ζωή».
Όπως και νάχει, ο «Βυσσινόκηπος», παραμένει ένα αμφίσημο ζωντανό σύμβολο
της ανθρώπινης ζωής και των αέναων μεταβολών της. Τα ανεπαρκή, συγκινητικά,
εξουθενωμένα, φλύαρα έως κωμικά πρόσωπα του Τσέχωφ, συναντώνται μαζί μας σ’
ένα βαθύτερο επίπεδο κοινής ανθρώπινης καταγωγής.
Ετσι χαρήκαμε την επιλογή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.
Ο Θέμης Μουμουλίδης σκηνοθέτησε μια παράσταση χαλαρού κλίματος με
έναν πολυπληθή , άξιο θίασο. Προσπάθησε με θεατρική εντιμότητα να παίξει
ανάμεσα στο ανέμελο και το τρυφερό, το συγκινητικό και το κωμικό. Κύρια
όπλα του ο Λοπάχιν του Μηνά Χατζησάββα (αδρός, αυτοσαρκαστικός και γήινος),
η Λιούμποβ της Μάγια Λυμπεροπούλου (φευγάτη γι αυτό γοητευτική, ρευστή και
συναισθηματικά ανώριμη) και ο Γκάγεβ του Αλέξανδρου Μυλωνά (παιδικός έως
φαιδρός, σαν άμυνα στην ανεπάρκειά του).
,