Δυτική αποβάθρα

Δυτική αποβάθρα»: κριτική θεάτρου
H κριτική της Eλένης Πετάση για την παράσταση «Δυτική αποβάθρα» του Μπερνάρ
Μαρί Κολτές που παρουσιάστηκε, σε σκηνοθεσία του Λουντοβίκ Λαγκάρντ, στο
Εθνικό Θέατρο.
Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014
κατηγορίαΘέατρο
ΕΠΟΜΕΝΟ
Use←→keys to navigate

PATROKLOS SKAFIDAS
Ματαιωμένοι άνθρωποι-ενσαρκώσεις μιας εποχής σε επιθανάτια αγωνία που έχει
προ πολλού ξεχάσει έννοιες όπως ουμανισμός, κοινωνική ισότητα και
επικοινωνία, οι ήρωες του Μπερνάρ Μαρί Κολτές περιφέρονται στη «Δυτική
Αποβάθρα» του δίχως ελπίδα και έλεος. Έργο της δεκαετίας του ‘80,
εμπνευσμένο από τον άθλιο τρόπο κοινωνικής συμβίωσης στην παγκοσμιοποιημένη
Νέα Υόρκη, μοιάζει να απευθύνεται στις σημερινές συνθήκες ζωής μας.
Σε μια εγκαταλελειμμένη «Δυτική αποβάθρα», λοιπόν, ένας επιχειρηματίας που
καταχράστηκε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων φτάνει με τη βοηθό του με σκοπό να
αυτοκτονήσει. Εκεί, στο δαίδαλο των έρημων υπόστεγών της, θα συναντήσουν
μετανάστες, αποκομμένους από τα κοινά, θλιβερά λούμπεν στοιχεία μιας
μεγαλούπολης που τα ξεβράζει από το σύστημά της, αδιαφορώντας για την τύχη
τους.
Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο διαφορετικές κοινωνικές τάξεις είναι απόλυτα
διαρρηγμένες, αλλά και η εσωτερική απομόνωση αποκλείει κάθε πιθανότητα
ουσιαστικής επικοινωνίας και το μοναδικό σημείο επαφής είναι η μεταξύ τους
ανταλλαγή. Και όχι μόνο.
Αυτοί οι δύο αντίθετοι κόσμοι, που αγωνίζονται να ξεφύγουν από τις συνθήκες
διαβίωσής τους, κλυδωνίζονται από αντίστοιχες ρατσιστικές συμπεριφορές.
Ακόμη και οι λευκοί που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα θεωρούν τους
ομοιοπαθούντες Αφρικανούς μετανάστες υποδεέστερους. Εν τέλει ο
χειραγωγημένος μαύρος, ο τελευταίος περιφρονημένος κρίκος μιας αλυσίδας
κοινωνικών αποβλήτων, είναι εκείνος που θα δώσει τη λύση στο έργο.
Ο Ludovic Lagarde ακολουθεί πιστά το προφητικό για την εποχή του κείμενο
του Κολτές, χωρίς μοντερνίστικη διάθεση ή πειραματισμούς. Μέσα σε ένα
απειλητικό ημίφως οι φωνές των αντιηρώων παίρνουν δραματικές διαστάσεις, οι
φωτοσκιάσεις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ασφυκτική, ο ωμός ρεαλισμός
σοκάρει, η βία μάς φέρνει αντιμέτωπους με την Αθήνα του σήμερα, όπου νιώθει
κανείς έντονα τις φυλετικές εντάσεις, όπως επεσήμανε ο Γάλλος σκηνοθέτης σε
συνέντευξή του.
Ωστόσο, παρότι η παράσταση με την επικουρία της λόγιας μετάφρασης του
Βασίλη Παπαβασιλείου μεταφέρει την πολιτικοκοινωνική κριτική αλλά και την
ποίηση και την υπαρξιακή αγωνία του συγγραφέα, η μεγάλη διάρκεια και ο
αργός ρυθμός της κουράζουν. Από την άλλη, ένα καλό σύνολο ηθοποιών μάς
αποζημιώνει.
Ο Ν. Χατζόπουλος είναι ουσιώδης και τεχνικά άρτιος ως απελπισμένος
μεγαλοαστός. Η Μαρία Ναυπλιώτου (Μονίκ) παιγνιώδης με ανακουφιστικό
ειρωνικό χιούμορ. Ο Δ. Λάλος (Σαρλ) άμεσος. Η νεαρή Αναστασία-Ραφαέλα
Κονίδη (Κλαιρ) μια έκπληξη. Η Θ. Μπαζάκα πληθωρική, πειστική μετανάστρια
μάνα (Σεσίλ), παρότι ξεφεύγει ενίοτε σε άστοχους μελοδραματισμούς. Ο Γ.
Κοτανίδης (Ροντόλφ) επαρκής. Ο γεμάτος νεανικό σφρίγος Γ. Νιάρρος (Φακ) και
ο εκφραστικά σιωπηλός Μ. Afolayan (Αμπάντ) συμπληρώνουν με τη δική τους
δυναμική τη διανομή.
Ελένη Πετάση – petassi@otenet.gr
Καθαρή ανάγνωση, χωρίς πειραματισμούς, αλλά με αργό ρυθμό που αποδυναμώνει
την παράσταση.
Ένας Γάλλος καλλιτέχνης κάνει μια στοχευμένη επιλογή έργου για να
παρουσιάσει την πρώτη του σκηνοθεσία στην Ελλάδα. Ο διακεκριμένος Λουντοβίκ
Λαγκάρντ, θέλετε από ένστικτο ή συνείδηση της πραγματικότητας, ανεβάζει στο
Εθνικό το πολιτικό –στα όρια της αλληγορίας– κοινωνικό δράμα του Μπερνάρ
Μαρί Κολτές «Δυτική αποβάθρα».
Εμπνευσμένος από μια εγκαταλειμμένη περιοχή του λιμανιού της Νέας Υόρκης,
κάπου στον ποταμό Χάντσον, φέρνει τα κοινωνικά στρώματα μιας πόλης σε
ευθεία αντιπαράθεση με μοναδικό αντίτιμο τη μεταξύ τους ανταλλαγή, το
κέρδος, το μοίρασμα. Η ιστορία του εκ πρώτης όψεως ρεαλιστική αλλά και
βαθιά ποιητική, υπαρξιακή και το σημαντικότερο μια σοβαρή ανατομία στη νέα
τάξη πραγμάτων που άρχιζε να καταλύει –στις αρχές της δεκαετίας του ’80
οπότε και έγραψε το έργο– την αμερικανική μεγαλούπολη. Ο Κολτές οδηγεί στο
ζόφο της δυτικής αποβάθρας ένα μεγαλοστέλεχος εταιρίας, ένα τυπικό δείγμα
γιάπη, που μετά από την κατάχρηση ενός υψηλότατου χρηματικού ποσού από τα
ταμεία της αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Στο σημείο σπεύδει μαζί του και η
βοηθός του, μια ακόμα ξιπασμένη μεγαλοαστή. Η συνάντηση και τελικά η
σύγκρουση με τον υπόκοσμο της αποβάθρας θα είναι σφοδρή. Η ανθρωπογεωγραφία
της περιοχής, παράνομοι μετανάστες που εξασφαλίζουν τα προς το ζην δρώντας
επίσης παραβατικά, είναι ένας καταραμένος, ρημαγμένος τόπος που τους
αποκαλύπτεται κι από τον οποίο τελικά θέλουν να αποδράσουν. «Είμαστε
κάμποσο φτωχοί για να σκεφτόμαστε» παραδέχονται και θέτουν τους όρους της
αλλόκοτης συνύπαρξης με τους νεοφερμένους: «Μόνο στον εαυτό μας δίνουμε
τσάμπα. Στους άλλους δανείζουμε».
Σε απευθείας διάλογο λοιπόν, με την εποχή του, το έργο θέτει μεμιάς
πολιτικά, ανθρωπολογικά ερωτήματα και καυτηριάζει τη μεγάλη πληγή της
αποικιοκρατίας, που στην εποχή μας συζητάται πλέον ως το ζήτημα της
μετανάστευσης. Για όλα τα παραπάνω μία είναι η απάντηση: το πάρε – δώσε, οι
σχέσεις των ανθρώπων μέσα από όρους εμπορίου.
Η ανάγνωση του Λαγκάρντ πάνω σε αυτό το προφητικό για την εποχή του
κείμενο, είναι καθαρή, χωρίς πειραματισμούς που πιθανώς θα τη συσκότιζαν. Ο
Γάλλος σκηνοθέτης κινείται στο πυκνό σκοτάδι της αποβάθρας κι αυτό μοιάζει
να του φτάνει, αφήνοντας τους χαρακτήρες του έργου να αναδυθούν αρχικά μα
στο τέλος, σαν να μην υπάρχει άλλος δρόμος, να βυθιστούν σε αυτό. Οι ήρωες
ολοκληρωμένοι αν και στις παρυφές της ποίησης (όπως ακριβώς και στις
παρυφές της κοινωνίας) αποδίδονται με διαύγεια. Αυτό ωστόσο που κοστίζει
στην παράσταση είναι ο αργός ρυθμός της, επιλογή που υπερτονίζει την
κυκλική κίνηση των πληροφοριών και την επαναληπτικότητα στη γραφή του
Κολτές. Και την αποδυναμώνει καθοριστικά.
Η σύνθεση και το επίπεδο του θιάσου παρά ταύτα, λειτουργεί συχνά
εξισορροπητικά. Υπάρχει μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα που διέπει το παίξιμό
τους, χωρίς ο καθένας να χάνει την ερμηνευτική φυσιογνωμία του. Υπό αυτή
την έννοια, οι γυναίκες της παράστασης έχουν την τιμητική τους: Η Θέμιδα
Μπαζάκα συγκλονιστική στο ρόλο της μετανάστριας μάνας, η Μαρία Ναυπλιώτου
παιγνιώδης και κωμική όσο δεν την έχουμε δει ποτέ ξανά στο ρόλο της
ξιπασμένης Μονίκ, ενώ ευχάριστη έκπληξη είναι και η γνωριμία με τη νεαρή
Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη. Από τους άνδρες διακρίνουμε κυρίως τον Δημήτρη
Λάλο ως τυπική απεικόνιση του καιροσκόπου μετανάστη δεύτερης γενιάς που
ψάχνει και ψάχνεται για να αποδράσει από το βούρκο αλλά και τον Γιώργο
Κοτανίδη στο ρόλο του απόμαχου πατέρα του. Την υπόλοιπη διανομή
ολοκληρώνουν οι Νίκος Χατζόπουλος, Μιχάλης Αφολάγιαν και Γιάννης Νιάρρος
χωρίς περαιτέρω εκπλήξεις.
Η σκηνογραφία του Αντουάν Βασέρ (εκ Γαλλίας) απεικονίζει με πιστότητα τον
τόπο μετάβασης προς το περιθώριο και την εξαθλίωση ακροβατώντας ανάμεσα στο
ρεαλισμό και την αφαίρεση.
Στέλλα Xαραμή