«ΕΓΚΛΗΜΑ, ΤΙΜΩΡΙΑ, ΛΕΦΤΑ, ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ», του Ματίας Αντερσον, σε
Μετάφραση Γιάννη Ράμου και Σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, στο «Θέατρο επί Κολωνώ»
Το έργο του Ματίας Αντερσον, πρωτοανέβηκε πέρυσι από την Ομάδα ΝΑΜΑ και
επαναλαμβάνεται φέτος συστήνοντάς μας τον Νορβηγό θεατρικό συγγραφέα.
Επηρεαζόμενος και αυτός από το κλασσικό έργο του Ντοστογιέφσκι «Εγκλημα και
τιμωρία», αναζητεί ένα σύγχρονο ισοδύναμό του κείμενο που θα απηχεί τη
σύγχρονη αντίληψη αλλά και τα καινούργια ιδεολογικά αδιέξοδα γύρω από τα
αρχαιτυπικά ερωτήματα « τι σημαίνει έγκλημα, τι σημαίνει τιμωρία, υπάρχει
συγχώρεση για τα πάντα;»
Στην ουσία επιθυμεί ο συγγραφέας να επανατοποθετήσει το ερώτημα για την
αξία της ανθρώπινης ζωής αλλά εξατομικευμένα. Πότε είναι αλήθεια ηθικά
θεμιτό να σκοτώνεις;
Προκειμένου να σώσεις περισσότερους; Προκειμένου να σώσεις σημαντικότερους,
νεώτερους, αθωότερους;
Όμως, ενώ τυπικά ακολουθεί έναν «Ρασκόλνικοφ» , ουσιαστικά παρωδεί το θέμα
του, εστιάζοντας σε μια οικογένεια μεταναστών και την εξαθλιωμένη ζωή τους
σε αντίθεση με μια ανάπηρη πικρόχολη συνταξιούχο που φαντασιώνεται ότι έχει
χρήματα που επαυξάνει κάνοντας τοκογλυφίες.
Δραματουργικά το εφεύρημά του έγκειται στην παρουσία ενός αφηγητή, επίδοξο
νέο συγγραφέα που μας αφηγείται την ιστορία των δύο ετεροθαλών αδερφών του
την οποία επιθυμεί να παρουσιάσει ως αντίστοιχη με κείνη του Ντοστογιέφσκι.
Όμως η ερασιτεχνική του προσέγγιση στους χαρακτήρες και την εξέλιξη της
ιστορίας, αντικαθίσταται από τη ζωή των ίδιων των προσώπων που μας
αυτοσυστήνονται και τα οποία αυτονομούνται από τον συγγραφέα.
Ολο αυτό το φαινομενικά μεταμοντέρνο θεατρικό αφήγημα όμως, δημιούργησε μια
σκηνική σύγχυση, εμφανιζόμενο ως περιττό στη δομική του λειτουργία, εν
αντιθέσει με τα δυνατά κομμάτια του έργου που ήταν η ρεαλιστική μεταφορά
επί σκηνής των συνθηκών ζωής των μεταναστών και του χαρακτήρα μιας
πικραμένης και εξ ίσου δυστυχισμένης συνταξιούχου.
Η παρωδία ολοκληρώνεται όταν οι δύστυχοι μετανάστες «σκοτώνουν» άθελά τους
τη γριά (η οποία παθαίνει ανακοπή από το φόβο της)!!!
Δεν νομίζω τελικά ότι ο συγγραφέας υλοποίησε μέσω του δράματός του τους
διακηρυγμένους του στόχους. Αντίθετα, αν έλειπαν αυτοί, θα στεκόταν
καλύτερα το έργο.
Η Ελένη Σκότη υπηρέτησε ευπρόσωπα το έργο και καθοδήγησε σωστά τους
ερμηνευτές της. Η Σοφία Κορώνη απέδωσε αυθεντικά τη Γιασμίν (μάνα) και η
ερμηνεία της υπήρξε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη , ενώ αντίθετα η Χρυσή
Βιδάλη στηρίχτηκε στην εξωτερική προσέγγιση της Μάρτας (γριά συνταξιούχος).
Ενδιαφέρουσα η παρουσία της Κατερίνας Κλειτσιώτη στη Λεϊλά, ενώ απλά
επαρκής ο Γιάννης Λεάκος στο διπλό ρόλο του Μπγιόρν-Ρασούλ.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ