ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ-Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ

EIΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ – Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ
Δύο μονόλογοι στο «Από Μηχανής Θέατρο» από την εταιρία Θεάτρου Συν-Επί
σε μία κοινή παράσταση

Στο μονόλογο με τίτλο Είσαι η μητέρα μου του Γιόπ Αντμιρααλ σε σκηνοθεσία
της Ασπασίας Κράλλη, ο Χρήστος Βαλαβανίδης υποδύεται στη σκηνή τη μητέρα
και το γιό ταυτόχρονα, γλυστρώντας από τον ένα ρόλο στον άλλο σε έναν
διάλογο όπου τα εσωτερικά πρόσωπα (στην ουσία πρόκειται για μίμηση ενός
εσωτερικού διαλόγου μητέρας-γιού) παίρνουν υπόσταση επί σκηνής με μια
αξιοπρόσεχτη ερμηνευτική ισορροπία. Ο γιός γίνεται επί σκηνής η μητέρα
του.
Ο Ολλανδός ηθοποιός και συγγραφέας έγραψε το έργο το 1982 αναβιώνοντας
ουσιαστικά την πραγματική σχέση με τη μητέρα του.
Σκέφτομαι δε ότι πολύ θα ζήλευε ένας ψυχαναλυτής την αμεσότητα του
μηνύματος που εκπέμπει η θεατρική τέχνη, μην έχοντας ανάγκη ολόκληρους
τόμους αναλύσεων, για να δείξει την τελετουργία της εξάρτησης μητέρας –
γιού, που στηρίζεται στην τέχνη της χρήσης της μητρικής αγάπης και της
χειραγώγησης.
Η γυναίκα της Πάτρας ι αναφέρεται στην πραγματική ζωή μιας παλιάς πόρνης
που ζούσε στην Πάτρα και η οποία αφηγήθηκε στον Γιώργο Χρονά την τραγική
της ιστορία σε μια σειρά συνεντέυξεων που δημοσίευσε ο ποιητής το 1987
στο περιοδικό «Οδός Πανός».
Μάλιστα ο ίδιος σημειώνει ότι ουσιαστικά διατήρησε αναλλοίωτο τον
ζωντανό, αυθάδη και προκλητικό λόγο της πόρνης «Πανωραίας» όπως την
αποκαλούσαν, επιτρέποντας έτσι σε μας να έλθουμε σε επαφή με τον
αυθαιντικό χειμαρώδη μονόλογό της , την θεατρικότητα και την ακατέργαστη
ποιητικότητά του.
Το συγκλονιστικό στοιχείο αυτής της αφήγησης είναι για μένα η προσπάθεια
της ηρωίδας να δικαιώσει τη ζωή της, να διατηρήσει ένα αίσθημα
αξιοπρέπειας γι αυτήν, παρά την απόλυτη σωματική και ψυχική της
κακοποίηση .
Τοποθετούμαι εξ αρχής.
Η Ελένη Κοκκίδου είναι μία σπουδαία ηθοποιός. Αυτό που κατάφερε στην
σκηνική απόδοση της Πανωραίας αποτελεί υποκριτικό άθλο. Η Λένα
Κιτσοπούλου έστησε μια εξπρεσσιονιστική παράσταση που έφτανε στην
υπερβολή. Σε κάποιες στιγμές άγγιξε τα όρια της παρωδίας. Όμως πράγματι
ήταν τόσο επισφαλές το εγχείρημα της απόδοσης μιας πόρνης μακριά από
γραφικούς μελοδραματισμούς, που τα γνωστά της πλέον σκηνικά μέσα,
περούκες, φωνητικές αλλοιώσεις, μαγνητόφωνα, κιτσάτα φώτα, λαϊκή μουσική
και τραγούδι (που είδαμε και στο ΜΑΙΡΟΥΛΑ), μια αισθητική γενικά που
«ξεφωνίζει» τη δυστυχία αντί να την αντιμετωπίζει ψυχολογικά ή
κοινωνιολογικά, μετέτρεψε μια «πόρνη» σε πρόσωπο τραγικό και την ιστορία
της να μας αφορά όλους.

ΑΘΗΝΑ 12-1-09
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ