ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕσ 2012

«ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ» του Αριστοφάνη, σε Σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου ,
Μετάφραση – Διασκευή Βασίλη Μαυρογεωργίου και Μουσική Θάνου Μικρούτσικου

Γραμμένες και διδαγμένες οι «Εκκλησιάζουσες» στην Αθήνα το 392 π.χ., είκοσι
δηλαδή χρόνια πριν ο Πλάτωνας στην ιδανική του «Πολιτεία» περιγράψει ένα
σύστημα απόλυτης κοινοκτημοσύνης, μοιάζουν να «παρωδούν» με τρυφερότητα
αλλά και μια μελαγχολία για το «άτοπον», τις σχετικές ιδέες που
κυκλοφορούσαν τότε στην φιλοσοφική αγορά της Αθήνας. Οι γυναίκες λοιπόν
κατά τον Αριστοφάνη, στήνουν με την αρχηγία της Πραξαγόρας μια
σουρεαλιστική ίντριγκα και μεταβαίνουν μεταμφιεσμένες σε άνδρες στην
εκκλησία του Δήμου, όπου λόγω της αριθμητικής τους υπεροχής πετυχαίνουν να
δοθεί η εξουσία στις ίδιες, τελευταία ελπίδα για να σωθεί η πόλη από την
καταστροφή. Η ζωή από δω και μπρος θα είναι όλο γλέντι και κοινοκτημοσύνη
σε όλα, ακόμα και στον έρωτα, όπου ο νόμος καθορίζει πως πρώτα ο νιός θα
ικανοποιεί τη γριά και μετά τη νέα, όπως και η νέα αντίστοιχα. Ετσι, με
αυτό το κωμικό εύρημα που τραβάει το σκοινί στα άκρα, προβοκάρει και όλο
το εγχείρημα και την επιχειρηματολογία που το στήριζε, επικεντρώνοντας στις
αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης και ταυτόχρονα εκθέτοντας στους Αθηναίους τα
οικεία κακά και το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα.
Η κατάργηση στο τέλος μέσα από ένα οργιαστικό ξεφάντωμα, των τελευταίων
παραδοσιακών ρόλων, του άνδρα κυνηγού και της γυναίκας – θηράματος,
προκαλεί τους σύγχρονούς του Αθηναίους και προαναγγέλλει το τέλος μιας
ολόκληρης εποχής και των ψευδαισθήσεών της.
Ηδη άλλωστε σηματοδοτεί και το πέρασμα στη μικτή μέση κωμωδία, καταργεί την
«παράβαση» (την παρουσία του ποιητή στη σκηνή, όπου ο ίδιος αντιμετωπίζει
καταπρόσωπο το κοινό), υποχωρεί η δράση του «χορού», μειώνει τις άμεσες
πολιτικές παρεμβάσεις.
Ο Μαυρογεωργίου διασκεύασε το έργο με τρόπο ώστε να συνομιλεί απευθείας με
το σήμερα. Η Πραξαγόρα ως άλλη Κασσάνδρα φαντάζεται το μέλλον και
προοιωνίζει τα συμβαίνοντα.
Η μετάφραση ήταν ευφρόσυνη και λαγαρή, το πνεύμα του Αριστοφάνη
υπηρετήθηκε, οι βωμολοχίες του ηχούσαν κωμικά, με τρόπο σχεδόν παιδικά
αθώο.
Η απόφαση του Θεοδωρόπουλου να ερμηνεύσουν άνδρες τη σκηνή με τις τρεις
γριές που διεκδικούν το νέο (η πιο ακραία αθυρόστομη σκηνή του έργου),
υπήρξε λαμπρή. Η σκηνή που πολλές φορές δημιουργεί αισθητική αμηχανία, αυτή
τη φορά έλαμψε. Το ξεκαρδιστικό εύρημα υπηρετήθηκε υπέροχα από τους Κόκλα
(ο οποίος ήταν πολύ καλός στον μετρημένο του Βλέπυρο) και Πυρπασόπουλο,
σκορπίζοντας αβίαστα γέλια στο κοινό χωρίς ενοχές. Εξ ίσου λαμπρή ήταν η
Πραξαγόρα της Δάφνης Λαμπρόγιαννη, καθώς και ο Παντελής Δεντάκης ως Χρέπης.
Η παράσταση γενικά στήθηκε με υψηλούς αισθητικούς όρους, όπου η
ποιητικότητα εναλλασσόταν με το κωμικό στοιχείο χωρίς να ξεπέφτει σε
μπαλαφάρα, όπως επίσης και τα επικαιρικά υπονοούμενα να μην ξεπέφτουν σε
επιθεωρησιακά σχόλια. Η μουσική του Θ. Μικρούτσικου και η άρτια
τραγουδιστική απόδοση όλων, συνέτεινε στα παραπάνω.
Η ιδέα ώστε οι γυναίκες του χορού να εμφανιστούν ντυμένες ως γυναίκες της
φυλής των Κάλας (φυλή του ορεινού Πακιστάν, πολυθεϊστική η οποία
ισχυρίζεται ότι έχει ελληνική καταγωγή ως απόγονος των στρατευμάτων του Μ.
Αλεξάνδρου) μου φάνηκε εξαιρετική με πλήθος εσωτερικές νοηματοδοτήσεις.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ