ΕΚΤΟ ΠΑΤΩΜΑ’12

«ΕΚΤΟ ΠΑΤΩΜΑ» του Αλφρέντ Ζερί σε Διασκευή Αννας Παναγιωτοπούλου και
Μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, στη Σκηνή του «Ιδρύματος Κακογιάννη».

Εάν στο βίωμα του Ελληνικού λαού η «αυλή» με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια γύρω
της , σηματοδοτεί το χώρο όπου οι φτωχοί άνθρωποι έως και τη δεκαετία του
1960, στέγαζαν τη μίζερη ζωή τους και τα πλούσια όνειρά τους, για τις
μεγάλες μητροπόλεις όπως το Παρίσι, το ισοδύναμο (ας χρησιμοποιήσουμε μια
λέξη της μόδας) ήταν οι σοφίτες των παλιών κτηρίων της Μονμάρτης. Εκεί,
ενοικιαζόμενα δωμάτια στέγαζαν φτωχούς καλλιτέχνες, πραγματικούς ή κατά
φαντασίαν, μποέμ τύπους, κοπέλες ελευθερίων ηθών, εργατικούς αλλά και
επιστήμονες.
Στο διάσημο έργο του Alfred Gehri, στη διάρκεια του μεσοπολέμου, ήτοι στη
δίνη της μεγάλης ύφεσης, μια ομάδα ανθρώπων, ακριβώς όπως μια μινιατούρα
της κοινωνίας, στεγάζεται στον έκτο όροφο μιας παριζιάνικης πολυκατοικίας,
με τους χαρακτήρες της να αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τα γεγονότα που
διαδραματίζονται εκεί. Μια μικρή κοινωνία ειδομένη σχεδόν ακίνητη, μέσα στο
κάδρο της παγκόσμιας κρίσης, που ζει στον μικρόκοσμό της, έρμαιο ουσιαστικά
των καταστάσεων.
Ερωτες και πάθη και αντιζηλίες, καυγάδες κι ευτυχισμένες μικρές στιγμές,
στο φόντο του μεγάλου κάδρου.
Ένα έργο που αγαπήθηκε εξ αρχής πολύ από το κοινό ( είχε ανέβη το 1938 από
τη Μαρίκα Κοτοπούλη) και σε μας έμεινε αξέχαστη η διασκευή της Αννας
Παναγιωτοπούλου, ένα μιούζικαλ γραμμένο σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη και
στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, που λατρέψαμε το χειμώνα του 1991-1992 στο
θέατρο Περοκέ.
Το ίδιο το έργο έχει επιδράσει και στην εγχώρια θεατρική παραγωγή . Οι
μελετητές διακρίνουν επίδραση στα έργα του Ξενόπουλου και κυρίως στον
Ιάκωβο Καμπανέλλη και την δική του «Αυλή των θαυμάτων». Φυσικά αποτέλεσε
τον καμβά του σεναρίου της κινηματογραφικής ταινίας «Οι κυρίες της Αυλής»
με τον αξέχαστο Ντίνο Ηλιόπουλο (1966), παρότι το τέλος της ταινίας ήταν
περισσότερο προσαρμοσμένο στα γούστα των θεατών μας. Το κορίτσι παντρεύεται
τελικά τον εκλεκτό της καρδιάς της, έναν μάλλον αναξιόπιστο τύπο και όχι το
καλό, εργατικό και τίμιο παλικάρι, όπως στο πρωτότυπο.
Η Μαριάννα Κάλμπαρη έχει πλέον μια αρκετή θητεία στο χώρο της σκηνοθεσίας,
που το στίγμα της αναφέρεται στην ένταση της θεατρικότητας των σκηνών που
σχεδιάζει, με έντονα στοιχεία φορμαλισμού.
Στην εκδοχή της δικής της παράστασης, οι ηθοποιοί αυτοσαρκάζονται διαρκώς
και σε ένα σύγχρονο μιούζικαλ, εκθέτουν τους ήρωες του έργου.
Αυτή όμως η επιλογή, εφόσον στηρίζεται αισθητικά στα τραγούδια και τη
μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, σκοντάφτει σε μια οριακή αντίφαση. Ερχεται
σε κόντρα με την συναισθηματική εναλλαγή που εμπεριέχει η μουσική και οι
στίχοι των τραγουδιών, που χωρατεύουν και με τρυφεράδα αντιμετωπίζουν τους
ανθρώπους, χωρίς να τους κρίνουν ή να τους εμφανίζουν ως καρικατούρες.
Ισως με μια άλλη μουσική και στιχουργική προσέγγιση, η φορμαλιστική και
καρτουνίστικη προσέγγιση της Κάλμπαρη να είχε ενδιαφέρον, στην προκειμένη
όμως περίπτωση δημιουργούσε μόνο θόρυβο. Η φωνητική δε ένταση των ερμηνειών
έμεναν ενοχλητικά αστήριχτες.
Πάντως οι περισσότεροι ηθοποιοί ήταν εξαιρετικοί, παρότι υλοποιούσαν ένα
καταφανώς ελλειμματικό σχέδιο.
Τζίνα Αλιμόνου, Αιμιλία Βασιλακάκη, Αρης Γεροντάκης, Νεκταρία Γιαννουδάκη,
Ευγενία Δημητροπούλου, Διαμαντής Καραναστάσης, Δημήτρης Παπανικολάου,
Γιάννης Παπαϊωάννου και άλλοι…

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ