ΕΜΙΛΙΑ ΓΚΑΛΟΤΙ’10

«ΕΜΙΛΙΑ ΓΚΑΛΟΤΙ» του Γκ. Εφ. Λέσινγκ, σε Μετάφραση Γ. Δεπάστα και
Σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στο «Εθνικό Θέατρο»

Το εμβληματικό έργο του μεγάλου Γερμανού δραματουργού που ανέβηκε για πρώτη
φορά το 1722 και αποτελεί την κορωνίδα του ρεαλιστικού αστικού δράματος του
18ου αιώνα, σηματοδότησε την απομάκρυνσή του από τους κανόνες του Γαλλικού
κλασικισμού και καθόρισε με την τέχνη του τον Γερμανικό Διαφωτισμό.
Εργο κατά βάση πολιτικό παρόλη την πρόφαση του έρωτα και της τραγικής
κατάληξης της ηρωίδας του, μιλάει για τα όρια της ελευθερίας αυτοδιάθεσης
του ατόμου, την κατάχρηση εξουσίας, την διαφθορά της αριστοκρατίας, την
σύγκρουσή της σε θέματα ηθών με την ανερχόμενη αστική τάξη, την χειραγώγηση
του ανθρώπου, τα θρησκευτικά «ταμπού», ακόμα και για το σκοτεινό κομμάτι
του ανθρώπινου ψυχισμού που φλερτάρει με την ηδονή του απαγορευμένου και
της «αμαρτίας».
Εμπνεόμενος από τον αρχαίο μύθο της Βιργινίας που σκοτώθηκε από τον πατέρα
της για να μην ατιμασθεί από τον Αππιο Κλαύδιο, ο Λέσινγκ βάζει την Εμίλια
να θυσιάζεται για να υπερασπισθεί την αυτοδιάθεσή της, αλλά και σε δεύτερο
επίπεδο για να μην υποκύψει στην γοητεία της αμαρτίας και στις ηδονές που
υπόσχεται ο απαγωγέας της πρίγκιπας Γκοντσάγκα.
Αυτό το έργο, επίκαιρο και σύγχρονο ακόμα και σήμερα 300 χρόνια μετά για
ευνόητους λόγους, μετέφερε ο Γ. Χουβαρδάς στη σκηνή, με τον γνωστό του
τρόπο ανάγνωσης των κλασσικών κειμένων, ήτοι αποδομημένο, με νεωτεριστικά
στοιχεία σκηνικού χώρου, κοστουμιών κλπ., μεταφέροντας τη δράση και τα
πρόσωπα σε ένα άχρονο παρόν, όπου κυριαρχεί το μαύρο, τα κομπερίστικα
κοστούμια, μια ηδονοβλεπτική κάμερα που ακολουθεί την ηρωίδα, μία οθόνη
προβολής, ακουστικά ενδοεπικοινωνίας και ένα ακορντεόν που μας εισάγει στην
υπόθεση χορευτικά στους ρυθμούς του sway.
Στην προσπάθειά του ο συγγραφέας να αφηγηθεί την ιστορία, μια ιστορία για
την ελευθερία επιλογής και σκέψης, πέρα από οποιαδήποτε κοινωνική συνθήκη,
οδήγησε τον καλό του θίασο, παλιούς του συνεργάτες και ηθοποιούς
εγνωσμένους για τη θεατρική τους παιδεία, σε ένα πλήρως οργανωμένο και
χορογραφημένο θεατρικό σκηνικό παιγνίδι, όπου όμως οι ρόλοι μετατρέπονται
σε καρικατούρες και οι χαρακτήρες σε σχήματα .
Με όλα αυτά χάθηκε η αιχμηρή καταγγελία του έργου και το ριζοσπαστικό της
περιεχόμενο.
Θεωρώ πως πλέον η γνωστή την τελευταία εικοσαετία τουλάχιστον
μετανεωτεριστική αντίληψη αντιμετώπισης των κειμένων «ως υλικού», έφτασε τα
όριά της και πλέον η επανάληψή της απλώς αντανακλά το ναρκισσιστικό είδωλο
των σκηνοθετών. Ισως να πρόκειται και για την αμηχανία των φιλελεύθερων
αστών καλλιτεχνών, μπροστά στα καινούργια διλλήματα ελευθερίας του ατόμου
που δημιούργησε η σύγχρονη εποχή, τα οποία απαιτούν μια καινούργια συνολική
αφήγηση.

25-11-2010
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ