ΗΛΕΚΤΡΑ03

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ «ΗΛΕΚΤΡΑ»
Από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΠΑΤΡΑΣ
Σε Σκηνοθεσία ΘΕΜΗ ΜΟΥΜΟΥΛΙΔΗ
Μετάφραση ΚΩΣΤΑ ΜΥΡΗ

Αυτή η «Ηλέκτρα» του Ευρυπίδη σχεδόν σε τίποτε δεν μοιάζει με κείνες του
Αισχύλου και του Σοφοκλή.
Σαν ο γνωστός μύθος να αποτελεί μόνον την αφορμή, δίνοντας το περίγραμμα
της δράσης, για να μιλήσει ο συγγραφέας για την ίδια τη διαδικασία τέλεσης
ενός εγκλήματος. Να φωτίσει αυτήν καθ’ εαυτήν την ανθρώπινη συμπεριφορά εν
όψει μιας ακραίας πράξης.
Οι ρωγμές στο παραδομένο τραγικό πρότυπο μπορεί να μην επιτρέπουν
ψυχολογικές και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις άλλων, μετέπειτα εποχών,
συνθέτουν όμως την ευρυπίδεια τραγική εκδοχή σ’ όλο της το μεγαλείο.
Κύριος μοχλός της οικοδόμησης του έργου αλλά και του δραματικού προσώπου
της Ηλέκτρας, είναι αφενός μεν ο χώρος όπου λαμβάνουν χώρα τα δρώμενα, αλλά
και η ίδια η εμφάνιση της Ηλέκτρας.
Με καταλυτική θεατρικότητα ο συγγραφέας μας δίνει μέσα στο κείμενό του την
εικόνα τους.
Εικόνα εξαθλίωσης, ερήμωσης, έσχατης φτώχειας.
Ολη η δράση εκτυλίσσεται εκτός των τειχών. Μακριά από τα επιβλητικά
παλάτια.
Σ’ έναν τόπο βραχώδη και έρημο. Μπροστά σ’ ένα καλύβι που η ίδια η καπνιά
που το μαυρίζει δείχνει την έσχατη εξαθλίωση αυτών που το κατοικούν.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον προβάλλει μια Ηλέκτρα με ξυρισμένο κεφάλι,
ρακένδυτη στα μαύρα της ρούχα. Μια Ηλέκτρα που φωνάζει το πένθος της, την
κοινωνική της έκπτωση, την κατεστραμμένη της θηλυκότητα. Η Ηλέκτρα
κατολισθαίνει στον αφανισμό και το διαλαλεί σχεδόν με ευχαρίστηση.
Αυτή λοιπόν η τραγωδία που δεν δικαιώνει κανέναν και αμφισβητεί την
ορθότητα των θεϊκών χρησμών, τελευταίο άλλοθι των θνητών, που τα εγκλήματα,
μένουν εγκλήματα και φέρνουν μόνο ενοχή, σωστά ονομάστηκε τραγωδία
αποβλήτων.
Ολα συμβαίνουν σ’ ένα σύνορο μεταξύ της πόλης και του πουθενά.
Ο Αγαμέμνων έχει ταφεί έξω από την πόλη. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης εξόριστοι.
Ο γεροπαιδαγωγός έχει διωχθεί από το παλάτι και βόσκει πρόβατα. Η Ηλέκτρα
είναι η κατ’ εχοχήν απόβλητη.
Ακόμα και ο Αίγισθος με την Κλυταιμνήστρα έχουν παρασυρθεί στις ερημιές,
έξω από την προστασία του παλατιού, ευάλωτοι στη σκληρότητα του άνυδρου
τοπίου.
Και στο τέλος οι δύο αυτουργοί, τόσο ο φυσικός όσο και ο ηθικός,
εξορίζονται και πάλι. Η Ηλέκτρα δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στην εστία που με
τόσο πάθος υπερασπίστηκε.
Αυτή η φτώχεια λοιπόν, η ερημιά και η εξορία αποτελούν και την αισθητική
του συγκεκριμένου δράματος.
Νομίζω ότι αυτή η ερημιά, ο μη τόπος των δρώμενων και του εσωτερικού κόσμου
των προσώπων, μπορεί ν’ αναγνωστεί με χίλιους τρόπους , αλλά εάν δεν
αποδοθεί, χάνεται με μιας και όλη η γοητεία, η πρωτοποριακή σύλληψη και η
θεατρικότητα του κειμένου.
Δεν καταλαβαίνω λοιπόν γιατί ο σκηνοθέτης της «Ηλέκτρας» έχασε κυριολεκτικά
αυτή το στοιχείο που θα του άνοιγε απεριόριστους δρόμους παραστατικότητας
και σύγχρονης ερμηνείας του αρχαίου δράματος.
Γιατί αυτοπεριορίστηκε τόσο, οριοθετώντας τη δράση, αλλά και τα δρώντα
πρόσωπα, σ’ έναν ασφυκτικό σκηνικό χώρο (εδώ έπαιξε ρόλο και το ατυχέστατο
σκηνικό του Γ. Πάτσα, με τις λόγχες να ορίζουν ένα κλειστό στρατόπεδο) εκεί
που χρειαζόταν η αίσθηση της απέραντης ερήμου, κλειδί που θα άνοιγε και
άλλους ερμηνευτικούς τόπους. Τόπους σύγχρονους όπως για παράδειγμα την
ερημία ενός Μπέκετ.
Αυτήν την ευκαιρία ο Θέμης Μουμουλίδης την έχασε. Από την άλλη όμως
παρακολουθήσαμε μία ευκρινή παράσταση με δουλεμένους τους ρόλους και
εκπαιδευμένο χορό , γεγονός που πλέον ακόμα κι αυτό «αποτελεί είδηση»,
μιας και τίποτε δεν θεωρείται δεδομένο. Το μεγαλύτερο δε ατού της
παράστασης ήταν ομολογουμένως η φρέσκια, εξαίρετη μετάφραση του Κώστα
Γεωργουσόπουλου.
Η Καριοφυλλιά Καραμπέτη είναι μία θεατρίνα που διαθέτει πάθος και δύναμη
παρουσίας. Αυτά της τα προσόντα πρωταγωνίσθησαν και στην ερμηνεία της
Ηλέκτρας της. Αν θέλαμε όμως να την σκιαγραφήσουμε, θα λέγαμε ότι η
ερμηνεία της διέθετε υπερβολικές γωνίες και αιχμές. Ηταν περισσότερο μια
νευρική Ηλέκτρα.
Η εμφάνισή της με το κουρεμένο κεφάλι και τα σκισμένα μαύρα ρούχα,
παρέπεμπαν σε μια κατάσταση ροκ, που όμως δεν είχε σχέση με την γενικότερη
αισθητική.
Οι ηθοποιοί γενικά στάθηκαν στο ύψος της παράστασης. Σημειώνουμε ειδιαίτερα
τον Γιάννη Νταλιάνη που μας παρουσίασε έναν παραστατικότατο αγγελιοφόρο
και κυρίως έναν υποβλητικό Διόσκουρο. Θεωρώ ότι ο Δημήτρης Αλεξανδρής
χρειάζεται ακόμα δουλειά για να σταθεί στο ρόλο του Ορέστη. Η ερμηνεία του
είχε αδυναμίες και χαρακτηριζόταν από αμηχανία. Αντίθετα η Μάγια
Λυμπεροπούλου διαθέτει μια εντελώς δικιά της ενδιαφέρουσα πάντα ερμηνευτική
στόφα. Η Κλυταιμνήστρα της ήταν τσακισμένη και ταυτόχρονα αγέρωχη. Επίσης
φορούσε το μόνο πετυχημένο κοστούμι της παράστασης.

Αθήνα 9-9-03

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ