«Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ» του Κώστα Βάρναλη, σε Σκηνοθεσία Ενκε
Φεζολλάρι, από την «Σπείρα – Σπείρα» και το Σταμάτη Κραουνάκη στο ρόλο του
Σωκράτη.
Το έργο θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του Βάρναλη. Αμφισβητώντας ο
ποιητής τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα, θα θελήσει να δει ρεαλιστικότερα
τον μεγάλο φιλόσοφο της Αρχαιότητας καθώς επίσης και την εποχή του και να
γράψει μιαν άλλη απολογία, την «αληθινή» όπως την ονομάζει. Φυσικά μέσα στο
έργο αντανακλάται η διαμάχη του ποιητή με τους δικούς του καιρούς. Το έργο
δημοσιευμένο το 1931 αποτελεί λέει ο ίδιος μια διαμαρτυρία «στην τοτεσινή
δημοκρατία του ιδιώνυμου, του Καλπακίου και των διαφόρων στρατιωτικών
κινημάτων».
Αποτελεί δε πέραν όλων των άλλων, ένα λογοτεχνικό μνημείο της «λόγιας»
δημοτικής γλώσσας του ’30, με σατυρικό κέφι και λαϊκό οίστρο. Οι
αναχρονιστικοί του υπαινιγμοί (μέγας αρχαιογνώστης ο Βάρναλης) καταγγέλλουν
ευθέως την «κουτσουρεμένη δημοκρατία» του μεσοπολέμου στη χώρα μας.
Ο Βάρναλης στην καλλιτεχνική και πολιτική του ωρίμανση από τον «ιδεαλισμό»
στον ιστορικό υλισμό, συνοικονομεί χριστιανικούς και αρχαίους μύθους ,
συμβολισμό και ρεαλισμό, ποιητικό και πεζό λόγο, λυρισμό και σάτιρα και
απομυθοποιώντας τα μυθικά πρόσωπα, τα προσγειώνει στ’ ανθρώπινα.
Τελικά το έργο μολονότι κοινωνικής κατηγορίας, «ειδολογικά κατάγεται από
την πηγαία, λαϊκή και λόγια παράδοση του κωμικού. Την παράδοση του αρχαίου
«σπουδογέλοιου» και την μεσαιωνική των λαϊκών γιορτών» ( όπως γράφει ο
Γιάννης Δάλλας).
Ο Βάρναλης μοιάζει να μας δείχνει ότι πρέπει να βλέπουμε τον κόσμο από κάτω
προς τα πάνω.
Ετσι «είδε» το έργο και ο Σταμάτης Κραουνάκης. Ο «Σωκράτης του είναι ένας
Αριστοφανικός Σωκράτης» που καταγγέλει τη «μεταδημοκρατία του σήμερα». Ενας
διανοούμενος Δικαιόπολης που μπορεί να λέει ανά τους αιώνες «Λεύτεροι
πολίτες, δικιά μας πατρίδα, μα τίποτα δικό μας μέσα σ΄αυτήν, όλα ξένα».
Με τους «Σπειρήτες» του να μοιράζονται μαζί του τα λόγια του Βάρναλη
(μελλούμενες γενιές, κατήγοροι, λαός, Σωκράτηδες) και όλοι μαζί να
τραγουδούν υπέροχα λυρικά και επικά στάσιμα μελοποιημένα από τον Αρη Βλάχο
και τον Φεζολλάρι να έχει «κοντρολάρει» με λεπτοδουλειά τον «οίστρο» τους.
Λαϊκό θέατρο, θαρραλέο, γεμάτο συναίσθημα και αφορμή για σκέψεις σημερινές,
εκτός «μεταμοντέρνας μόδας».Τέτοιο που κοντεύουμε πια να ξεχάσουμε.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ