Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ κ KALOKAIRH’11

«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ κ. ΚΑΛΟΚΑΙΡΗ», βασισμένη στο διήγημα του Πάτρικ Ζισκιντ «Το
καλοκαίρι του κ. Ζόμερ», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Ρουμπίνης
Μοσχοχωρίτη, από την ομάδα «ΑΝΙΜΑ», στον χώρο τέχνης «elculture”

Το νεοκλασικό της οδού Μιλτιάδου, όπου και ο χώρος τέχνης «elculture”,
μοιάζει εκτός εποχής, εκτός χρήσης, παραπέμπει σε έναν αόριστο πια
χωροχρόνο. Γιατί δεν έχει ούτε ανακαινισθεί, ούτε αναπαλαιωθεί. Δεν έχει
κρατήσει την παλιά πρόσοψη αναδομώντας το εσωτερικό του, οπότε και δεν έχει
μετατραπεί σε Τράπεζα ή Ασφαλιστική εταιρεία. Παραμένει μετέωρο, μια παλιά
δομή από ένα παρελθόν που προσδιόριζε αλλιώς τις χρήσεις. Στενή πρόσοψη,
στενή ξύλινη σκάλα, μακρύς διάδρομος, παλιό μωσαϊκό λίγο φθαρμένο, δωμάτια
παραταγμένα και με εσωτερική επικοινωνία. Ενας μικρολαβύρινθος, λίγο
τρομακτικός με τον κίτρινο φωτισμό ενός λαμπτήρα οροφής, αλλά και απέραντα
γοητευτικός. Ηδη λοιπόν ένας έτοιμος θεατρικός χώρος, εφόσον τα δυσκίνητα
χαρακτηριστικά του, είναι πια σε αχρησία, δηλαδή μπορούν να σηματοδοτήσουν
το ο,τιδήποτε.
Πολύ περισσότερο την εσωτερική περιπλάνηση ενός σαραντάρη σε υπαρξιακό
αδιέξοδο, άλλωστε τα δαιδαλώδη σπίτια στα όνειρα σηματοδοτούν ακριβώς το
υποσυνείδητο και την εικόνα εαυτού, κατά τον Φρόυντ.
Νομίζω ότι ακριβώς αυτός ο χώρος αποτέλεσε για την σκηνοθέτιδα και τον
πυρήνα γύρω από τον οποίο ανέπτυξε το θέμα της, που στηρίζεται στο διήγημα
του συγγραφέα του «Αρώματος», γραμμένο το 1991 με τον χαρακτηριστικό τίτλο
«Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ». Το παιγνίδι με το όνομα εφόσον «Ζόμερ»
σημαίνει «καλοκαίρι», παραπέμπει σε μια χαμένη παιδικότητα, που άλλωστε
αφορά και στο νόημα του έργου.
Ο αφηγητής επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και εξομολογείται στο
καναρίνι του τέσσερα επεισόδια που του καθόρισαν την μετέπειτα ζωή του. Ένα
ταξίδι αναζήτησης της χαμένης του ταυτότητας, ένα ταξίδι για την
αντιμετώπιση του φόβου της ενηλικίωσης, δηλαδή της αντιμετώπισης των
ελεύθερων επιλογών και του κόστους που αυτές φέρουν, την αποδοχή της
διαφορετικότητας, την αποδοχή τελικά του κόσμου και ταυτόχρονα της
απόρριψής του.
Η παράσταση είναι δομημένη γύρω από τη σόλο περφόρμανς ενός μόνο ηθοποιού.
Στην προκειμένη περίπτωση του Νίκου Γεωργάκη, που κάνει ένα διακριτικό και
εναλλακτικό come back.
Ο καλός ηθοποιός ερμηνεύει όλους τους ρόλους αυτοσχεδιάζοντας τις φωνές και
τις κινήσεις τους, πορεύεται στον λαβύρινθο της μνήμης αξιοποιώντας το
χώρο και τη δική του θεατρικότητα και καθηλώνει το θεατή για μία ώρα,
αφήνοντάς του το περιθώριο να αναγάγει τα δρώμενα στις δικές του μνήμες και
βιώματα.
Η σκηνοθέτης στηριγμένη στη μέθοδο «σωματικού θεάτρου» του Ζ. Λεκόκ και
οπαδός μιας θεατρικής φόρμας που παραπέμπει σε έναν ιδιαίτερο βρετανικό
φορμαλισμό με ειρωνικές πινελιές , χρησιμοποίησε τον σκηνικό χώρο (Δήμητρα
Λιάκουρα), τη Μουσική (Μιχάλης Καλαμπόκης) και video art (Στέλλα
Σερέφογλου) , προκειμένου να δώσει θεατρικότητα σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο
και πραγματικά τα κατάφερε.

Μοσχοχωρίτου Ολγα