«Η Κατάρα της Ιρμα Βεπ» του Charles Ludlam σε Σκηνοθεσία Κωνσταντίνου
Αρβανιτάκη, στο Θέατρο «Ροές»
«Περί φάρσας πρόκειται, όχι περί κατηχητικού. Να επιδεικνύετε ηδονιστικό
υπολογισμό. Να τεστάρετε μία επικίνδυνη ιδέα, ένα θέμα που απειλεί να σας
καταστρέψει ολόκληρο το σύστημα αξιών…Να αυτοτρομάζεστε». Ετσι κάπως
ορίζει «Το γελοίο Θέατρο» (Ridiculous Theatre Company) ο συγγραφέας στο
Μανιφέστο του. Επηρεασμένος από τις παραστάσεις του «Living Theater”,
στέγασε έτσι το δικό του όραμα Αμερικάνικης θεατρικής κωμωδίας, ως μία
σύνθεση «πνεύματος, παρωδίας, φάρσας, μελοδράματος και σάτιρας».
Το έργο, αντιπροσωπευτικό των παραπάνω, είναι το πιο πολυπαιγμένο έργο στις
ΗΠΑ το 1991, ενώ στην Ελλάδα μας το πρωτογνώρισαν το 1999-2000 οι Ακης
Σακελλαρίου και Αντώνης Καφετζόπουλος σε σκηνοθεσία του ίδιου του Κ.
Αρβανιτάκη.
Αυτή λοιπόν η μαύρη φάρσα εμπεριέχει διακωμωδώντας τα, σωρεία θεατρικών και
κινηματογραφικών ειδών, από την ελισαβετιανή δραματουργία, το βικτωριανό
μελόδραμα, το γκροτέσκο, τη λογοτεχνία του φανταστικού και του τρόμου, τα
θρίλερ του 20ου αι., τις Σαιξπηρικές συνομωσίες, την Αγκάθα Κρίστι, ως τον
κινηματογράφο του Χίτσκοκ.
Στην πλοκή του ρίχνονται ατάκτως, ο Δράκουλας, ο Λυκάνθρωπος, η Τζέην ¨Ειρ
, μια μούμια που νεκρανασταίνεται στην Αίγυπτο, μέχρι τη Ρεβέκκα της Δάφνης
ντι Μωριέ. Μπροστά στην τρομακτική πραγματικότητα που βιώνουμε, όλα αυτά
δεν είναι παρά κάλεσμα για τσάι σ’ έναν πύργο, κάποιο βροχερό απόγευμα, με
αστραπές και βροντές!!!
Ολα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν μια χαλαρή έως και ανοικονόμητη δομή, όπου
το στοίχημα δεν είναι η αφήγηση έστω μιας εξωφρενικής ιστορίας, αλλά το
παιγνίδι των ειδών, αυτό καθ’ εαυτό.
Και το στοίχημα παίρνει το ρίσκο «να τα χάσεις ή να τα πάρεις όλα», εφόσον
παίζεται στην πλάτη δύο μόνο ηθοποιών που εναλλάσσονται σε οχτώ ρόλους,
αλλάζοντας πενήντα επτά κοστούμια!!!
Φυσικά η παρενδυσία, το «cross dressing» που λάτρευε ο συγγραφέας (γι αυτό
και απαιτούσε πάντα τα έργα του να παίζονται μόνο από άνδρες ηθοποιούς)
ωθεί από μόνη της την μεταμόρφωση στο έπακρο και αποτελεί η ίδια το πιο
καυστικό σχόλιο.
Ετσι εκτός από τους δύο ηθοποιούς, πρωταγωνίστρια αναδεικνύεται τόσο η
αμπιγιέζ, όσο και ο μακιγιέρ (Αγγελος Μέντης).
Ο Γεράσιμος Γεννατάς και ο Αντώνης Λουδάρος στάθηκαν όρθιοι σ’ αυτήν την
ιδιότυπη ερμηνευτική σκυταλοδρομία, κρύβοντας εντέχνως το άγχος από το
pressing των εναλλαγών. Όμως χάθηκε το ραφινάρισμα και τα υπονοούμενα των
ρόλων στους δαιδάλους της πλοκής, μένοντας στα εναλλασσόμενα σχήματα, ενώ
το ίδιο το κείμενο πολλές φορές πελαγοδρομούσε.
Στο τέλος το μυαλό μου έφυγε πίσω, σε μια παράσταση νέων παιδιών, την ομάδα
«exanimo”, που πριν περίπου πέντε χρόνια, είχαν κεντήσει κυριολεκτικά, ένα
σαρκαστικό δρακουλιάρικο, το «Νοσφεράτους Διδόντικους».
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ