«Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ» του Παύλου Μάτεση, σε Σκηνοθεσία και Δραματουργική
προσαρμογή Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, από το Εθνικό Θέατρο
Η «Μητέρα του σκύλου» θεωρείται από τα κορυφαία έργα του Παύλου Μάτεσι,
ενός συγγραφέα που γλιστράει από το θέατρο στο μυθιστόρημα, με την ευκολία
ενός χελιού.
Το έργο έχει μεταφραστεί σε έντεκα γλώσσες, έγιναν απόπειρες να μεταφερθεί
στη μεγάλη οθόνη και διασκευάσθηκε θεατρικά από τον ίδιο. Όμως η θεατρική
απόπειρα του Μιλιβόγιεβιτς στηρίζεται περισσότερο στον ίδιο παρά στην
διασκευή του συγγραφέα.
Η ιστορία της Ραραούς είναι μάλλον η ιστορία που αυτή μας αφηγείται, παρά η
δική της ζωή. Μια ζωή που φαντάζει τραγική για το θεατή αλλά όχι για την
αφηγήτρια και το βίωμά της.
Μια ιστορία ανάμεσα στην αλήθεια και την επινόησή της ώστε να την αντέξει
κανείς, για την Ελλάδα του πολέμου, της απελευθέρωσης , του εμφύλιου και
της μετεμφυλιακής «ανόρθωσης».
Ένα μυθιστόρημα για τους υποτελείς της Ιστορίας, γι αυτούς που την
υφίστανται, τους μικρούς ανθρώπους, τους ήρωες της επιβίωσης.
Ισως αυτοί που κράτησαν δεν ήσαν πάντα οι πιο ικανοί. Μα είναι τα χρόνια
δίσεχτα κι η αντοχή ο μόνος τρόπος επιβίωσης, γράφει ο Τίτος Πατρίκιος και
δεν νομίζω πως μπορεί να εκφωνηθεί ακριβέστερη ρήση.
Ο Σέρβος σκηνοθέτης που πριν από χρόνια μας καθήλωσε με τον «Ντοστογιέφσκι
του» στο θέατρο «Αμόρε», διαθέτει το ιδιαίτερο προσόν να προέρχεται από μια
χώρα που γνώρισε για καλά τον πόλεμο και μάλιστα πρόσφατα.
Επέλεξε δε να μην στηριχθεί στη «λογοτεχνία του έργου», αλλά στις
συγκλονιστικές εικόνες πολέμου – επιβίωσης, που αναδύονται μέσα από τις
σελίδες του
Χρησιμοποιώντας τα πρόσωπα του έργου ως χορό, κυρίως στο πρώτο μέρος,
έστησε μινιμαλιστικά τον σκηνικό του χώρο αλλά και το χωροχρόνο του έργου
με μεταλλικά μικρά ομοιώματα κτηρίων ακόμα και ζώων, κι έτσι σχηματίσθηκε
πάνω σ’ ένα τραπέζι η πόλη « Επάλξεις» που διαδραματίζεται όλο το πρώτο
μέρος (σκηνικά κοστούμια Κέννυ Μακ Λέλλαν).
Εστησε σκηνές που παρέπεμπαν σ’ έναν βαλκάνιο σουρεαλισμό, ή ένα μαγικό
ρεαλισμό, ισορροπώντας ανάμεσα στο σαρκασμό και το γκροτέσκο, κύριο
χαρακτηριστικό των έργων του Μάτεσι.
Σκηνοθέτησε το έργο ως κωμικο-τραγωδία με τον κόσμο να κινείται σχεδόν
τελετουργικά, ξεφεύγοντας από τον ρεαλισμό μιας πραγματικότητας «των
άλλων».
Ο βασικός ιστός της δραματουργικής του επεξεργασίας κεντήθηκε γύρω από την
ιδέα της ταυτόχρονης παρουσίας στη σκηνή της νεαρής και ώριμης Ραραούς,
μαζί με την μητέρα της Ασημίνας σε νεαρή και ώριμη ηλικία αντίστοιχα, ως
δύο ζεύγη πάντα παρόντα.
Δημιούργησε όμορφες εικόνες ο σκηνοθέτης, κρατώντας τη συγκίνηση του θεατή
πάντα παρούσα , με έναν εξαιρετικό θίασο που εκτέλεσε άριστα τη σκηνοθετική
χορογραφία. Με την φευγάτη αλλά και περίεργα γήινη «Ραραού» της Θέμιδας
Μπαζάκα, την σιωπηλή ευγλωττία της μητέρας- Υβόννης Μαλτέζου, την
αισθαντική παρουσία της Θεοδώρας Τζήμου, τη σουρεαλιστική παρουσία του
ανάπηρου-Θεμιστοκλή Πάνου, την λίγο άνευρη εμφάνιση της νεαρής Ρουμπίνης –
Ηρώς Μπέζου και την λαϊκή ευφορική παρουσία της Σαλώμης της Τζένης Κόλλια.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
Αθηνα 2-5-11