«Η ΟΔΥΝΗ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΕΜΠΕΛΙΑ» σε κείμενα του Νίκου
Παναγιωτόπουλου και Πωλ Λαφάργκ, σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Γκόνη από το
ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260)
«Μία αλλόκοτη τρέλα διακατέχει τις εργατικές τάξεις των εθνών στα οποία
βασιλεύει ο καπιταλιστικός πολιτισμός. Η τρέλα αυτή είναι ο έρωτας για τη
δουλειά, το θανατηφόρο πάθος για τη δουλειά, που φτάνει μέχρι την εξάντληση
των ζωτικών δυνάμεων του ατόμου και των απογόνων του.
Για να δοθεί δουλειά σε όλους τους ακαμάτηδες της τωρινής κοινωνίας, για να
μπορέσει να αναπτυχθεί απεριόριστα ο βιομηχανικός εξοπλισμός, θα πρέπει η
εργατική τάξη να αναπτύξει απεριόριστα τις καταναλωτικές της ικανότητες.
“Αν η εργατική τάξη, ξεριζώνοντας από την καρδιά της το διεστραμμένο πάθος
που την κυβερνά και διαστρεβλώνει τη φύση της, ύψωνε το ανάστημά της για να
σφυρηλατήσει έναν ατσάλινο νόμο που θα απαγόρευε σε όλους να δουλεύουν
περισσότερο από τρεις ώρες την ημέρα, η γη θα ένιωθε να γεννιέται πάνω της
ένας καινούριος κόσμος…» Εγραφε προκλητικά ο Πωλ Λαφάργκ, γαμπρός του
Μαρξ στα 1880, στο περίφημο δοκίμιό του με τίτλο «Το δικαίωμα στην
τεμπελιά».
Εχοντας νωρίς κατανοήσει ότι η υπερεκμετάλλευση ανθρώπινων και φυσικών
πόρων θα έφερνε μόνο δεινά στις κοινωνίες και τους εργαζόμενους, αλλά και
συνεχείς οικονομικές κρίσεις, (τις γνωστές μας πια κρίσεις υπερσυσσώρευσης
και πτώσης του ποσοστού κέρδους), συγγράφει με τον Ζιλ Γκεσντ το οικονομικό
πρόγραμμα του Γαλλικού Εργατικού Κόμμαρος, με το οποίο , μεταξύ άλλων,
απαιτούν να καθιερωθεί ρεπό μιας μέρας την εβδομάδα ή ν’ απαγορευτεί
νομοθετικά η απασχόληση των εργαζομένων παραπάνω από 6 μέρες την εβδομάδα,
να περιοριστεί νομοθετικά η εργάσιμη μέρα για τους ενήλικες στις 8 ώρες, ν’
απαγορευτεί η απασχόληση των παιδιών κάτω των 14 ετών και να καθοριστεί η
διάρκεια της εργάσιμης μέρας για τους νέους 14 – 18 ετών σε 6 ώρες.
Στις μέρες μας ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, καθηγητής κοινωνιολογίας του
Πανεπιστημίου Κρήτης, έγραψε ένα βιβλίο για τη βία της ανεργίας,
συγκεντρώνοντας συνεντεύξεις ανέργων, ή επισφαλώς εργαζομένων (μια έρευνα
για την ανεργία που διήρκησε μια δεκαετία, από το 2004 έως και το 2013), σε
μια προσπάθεια μέσα από την εμπειρία και το βιωμένο υλικό, να δημιουργήσει
ρήξη με την τάση των θεωρητικών κατασκευών περί πολιτικών δήθεν
αντιμετώπισης της ανεργίας μέχρι που να αποκαλύψει την παρωδίας αυτών των
σχεδίων δράσης.
Αυτές τις συνεντεύξεις με τη μορφή μονολόγων, ο Θοδωρής Γκόνης, «πέταξε»
επί σκηνής σχεδόν ακατέργαστες, δημιουργώντας έναν εφιαλτικό τόπο κραυγής
αγωνίας που εκφέρουν σχεδόν στάσιμοι οι ηθοποιοί (ακόμα και οι κινήσεις
τους είναι «στάσεις»), ενώ το κείμενο του Λαφάργκ που εισέρχεται σχεδόν
παράλογα να διακόψει τις εξομολογήσεις των ανέργων, όχι μόνο δεν ελαφραίνει
την ατμόσφαιρα, αλλά μάλλον βυθίζει στην απελπισία ηθοποιούς και κοινό. Τον
21ο αι., μετά από 134 χρόνια, η ανεργία θα γινόταν ο μοχλός της
υπερεκμετάλλευσης της εργασίας και «ο ελεύθερος χρόνος των ελεύθερων
συνεταιρισμένων παραγωγών» θα παρέμενε μια θαυμάσια ουτοπία για το μέλλον.
Κι έτι ηχούσε ως παρωδία το τραγουδάκι των Pink Martini που λέει «Je ne
veux pas travailler / Je ne veux pas dejeuner / Je veux seulement oublier /
Et puis je fume