Η ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΖΗΤΙΑΝΟΥ’10

«Η ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΖΗΤΙΑΝΟΥ» του John Gay σε Μετάφραση Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ
και Σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη, από το Πνευματικό Κέντρο Δήμου
Ζωγράφου και την Θεατρική Ομάδα «ΑΝΙΜΑ», στον ΤΕΧΝΟΧΩΡΟ ΑΘΗΝΑ

Ενας παλιός κινηματογράφος ονόματι «ΑΘΗΝΑ» αντί να γίνει Super Market
αγοράστηκε από το Δήμο Ζωγράφου και μετατράπηκε σε ακόμα ένα θέατρο, κόντρα
στους χαλεπούς καιρούς. Ας χαιρετίσουμε με απέλπιδα αισιοδοξία το γεγονός
και ας ευχηθούμε να ριζώσει στη συνείδηση πρώτα και κύρια των εκεί δημοτών.
Γιατί πιστεύω ότι το ουσιαστικότερο στοίχημα είναι ακριβώς αυτό.
Ο χώρος ανακαινίστηκε με τη λογική του ανεπεξέργαστου υλικού, με τα παλιά
στοιχεία του κιν/φου εμφανή όπως οι λεκέδες στο πεπιεσμένο χαρτί που
καλύπτει την οροφή .
Σ’ αυτόν τον χώρο με τη γοητεία παλιού και τη λειτουργία του καινούργιου,
ανέβηκε ένα πολύ παλιό έργο που μιλάει για καταστάσεις δυστυχώς ιδιαίτερα
σύγχρονες.
Ως γνωστόν το έργο του Γκέϊ, γραμμένο το 1714, υπήρξε η πηγή έμπνευσης,
αλλά ουσιαστικά και το λιμπρέτο της «Οπερας της πεντάρας» του Μπ. Μπρεχτ.
Τόση δύναμη είχαν οι γκαγκστερικοί του χαρακτήρες, η διάβρωση όλης της
κοινωνίας του αστικοποιημένου Λονδίνου, η γενικευμένη απάτη, η ηθική
εξαχρείωση ακόμα και της οικογένειας, οι αργυρώνητοι καταδότες – συνεργάτες
της αστυνομίας και των δικαστών, η πλήρης διαφθορά της κρατικής εξουσίας
της Αγγλίας του 18ου αιώνα, που ο Μπρεχτ εύκολα το προσάρμοσε για να
αποτυπώσει την κρίση του καιρού του, ήτοι του μεσοπολέμου. Εξ ίσου εύκολα
μπορεί να μεταδοθεί και ως μία φωτογραφία στιγμής της εποχής της νέας
κρίσης.
Η σκηνοθέτης, δεν αντιμετώπισε το έργο ως ballad opera, όπως είναι
γραμμένο, ούτε χρησιμοποίησε τους στίχους των τραγουδιών ως τέτοιους για να
ελαφρύνει το βαρύ γκόθικ κλίμα, με μουσικές σύγχρονες και ίσως σουξεδάκια.
Αντίθετα χρησιμοποίησε τη μουσική του Γιώργου Πούλιου για να βαθύνει το
σκοτάδι των ηρώων και των καταστάσεων.
Με εξπρεσιονιστικό στυλιζάρισμα, οδήγησε τους καλούς ηθοποιούς να βαδίσουν
στο τεντωμένο σκοινί μορφών που δεν γίνονται χαρακτήρες αλλά ούτε και
γκροτέσκες καρικατούρες. Μόνον κατ’ όνομα πρόκειται για μια κωμική όπερα.
Ουσιαστικά πρόκειται για το μαύρο σαρκαστικό χιούμορ που εμπεριέχεται στο
έργο και ανέσυρε η σκηνοθέτης, αποδίδοντας σκηνικά τη φθορά των ίδιων των
ανθρώπων μέσα από τη φθορά του συστήματος.
Πέτρος Αποστολόπουλος (κος Πήτσαμ), Θανάσης Διμηνάς (Μακήθ), Χρήστος
Ραχιώτης (κος Λόκιτ, Φιλς, Νεντ), Γιούλη Τσαγκαράκη (Πόλλυ), Σοφία Τσινάρη
(κα Πήτσαμ, Λούσυ).

Ο.Μ.