«Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ» της Λούλας Αναγνωστάκη, από την ομάδα «Χρώμα» σε Σκηνοθεσία
Κωνσταντίνου Χατζή, στο bijoux de kant hood
Στο bijoux de kant hood, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας καλοκαιρινός κύκλος
αφηγήσεων πολιτιστικής επιθυμίας, όπως αναφέρουν οι συντελεστές του.
Σκηνικές δράσεις στο «λυκόφως της οδού Αθηνάς, με σκηνικό τα Μάρμαρα και τα
τσιμέντα – τους δύο πιο σκοτεινούς άξονες της πόλης».
Με φόντο λοιπόν αυτήν την πόλη που τον «ομφαλό της» που μισούμε και
αγαπούμε ταυτόχρονα, στον τρίτο όροφο ενός κακόγουστου κτηρίου, με τους
περισσότερους χώρους του ξενοίκιαστους και εγκαταλελειμμένους, στήνεται το
ιδανικό σκηνικό για να δεχτεί τα δύο εγκλωβισμένα αδέλφια της Λούλας
Αναγνωστάκη, που από το παράθυρο της σοφίτας τους, παρακολουθούν τις
προετοιμασίες μιας γιορτινής παρέλασης που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η
μεταμφίεση μια εκτέλεσης. Η οπτική εικόνα του «έξω», οι σκηνές φρίκης που
διακρίνουν, οι εφιάλτες τους που ματαιώνουν τα όνειρά τους για έξοδο στην
«αφιλόξενη» πόλη, θα τους εγκλωβίσουν ακόμα περισσότερο στο φόβο της
εισβολής του έξω κόσμου στο προστατευμένο κλουβί της εσωτερικής τους
εξορίας.
Παρότι το 1965 που πρωτοπαίζεται το έργο, ο θεατής προσλαμβάνει τα δρώμενα
στο συμβολισμό τους σε σχέση με την Κατοχή ή τον Εμφύλιο, ή και σαν
προάκουσμα της δικτατορίας που ερχόταν, ακόμα και σήμερα το έργο κρατάει
τον ίδιο δυναμισμό με το τότε. Και κάθε φορά «ακούει τα τύμπανα και τις
τρομπέτες» του καιρού του.
Ετσι έγινε και αυτή τη φορά.
Ο Σπύρος Γραμμένος με την κιθάρα του και η Μαρία Μαλλούχου με τα παιδικά
της πλήκτρα, πολυτάλαντοι, ήταν δύο σύγχρονα εγκλωβισμένα πλάσματα που
ξόρκιζαν τους φόβους τους με το μελοποιημένο (από τον ίδιο τον Σπύρο
Γραμμένο) ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη, που μιλούσε για μια χαμένη Ροδούλα
(ίσως την παιδική ηλικία όλων μας), που την έψαχναν στα βουνά για να τη
φέρουν πίσω.
Εξω από το παράθυρο συνέχιζε να πέφτει η καλοκαιρινή μπόρα και το απρόσμενο
χαλάζι.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ