«Η ΠΕΡΣΙΝΗ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΙΑ» της Ζυράννας Ζατέλη σε Σκηνοθεσία Δημήτρη
Αγαρτζίδη και Δέσποινας Αναστάσογλου από την Ομάδα Elephas tiliensis, στο
Θέατρο του Ν. Κόσμου
«Η Περσινή αρραβωνιαστικιά», από την πρώτη συλλογή διηγημάτων την Ζυράννας
Ζατέλλη που εκδόθηκε το 1984, μας εισάγει στον κόσμο του ποιητικού
παραμυθιού, είδος που η συγγραφέας θα ολοκληρώσει κατά τη γνώμη μου με
βραβευμένο έργο της «Και με το φως του λύκου επανέρχονται» το 1993.
Στόχος της η επαναμάγευση του κόσμου. Η επανένωση του ατόμου με τη φύση
του, μέσω της συμβολικής απεικόνισης των υποσυνείδητων ροπών και ενστίκτων,
όπου οι μύθοι και τα παραμυθικά λαϊκά σύμβολα προσφέρουν μεγαλύτερη
κατανόηση του «εντός μας κόσμου» παρά οι κοινωνικές συμβάσεις και οι
κατανεμημένοι ρόλοι.
«Ετσι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι αρραβωνιάζεται τον Μάρκο το βράδυ της
Πρωτοχρονιάς του 1961. Γυναίκα πια, ανοίγει τα φύλλα της μνήμης της και
αναβιώνει το γεγονός που επικυρώνει την είσοδό της στην περίοδο που η ίδια
αποκαλεί «πρώτη μοναξιά της ζωής της». Ο πρώτος έρωτας για το παιδί θα
γίνει ένας παλιός πόνος για τον ενήλικα» , μας ενημερώνει το σχετικό
πρόγραμμα, αλλά τόσο το έργο όσο και η παράσταση είναι πολύ περισσότερα.
Τα μαγικά σύμβολα που χρησιμοποιεί εδώ η συγγραφέας, είναι ο ύπνος (η
εγρήγορση του υποσυνείδητου), το τσεκούρι (η βία και ο θάνατος) και το μέλι
(η γλυκειά παρηγορία).
Ένα εσωστρεφές παραλήρημα της ενήλικης πια ηρωίδας που μας φέρνει στην
επιφάνεια την παιδική ηλικία που μοιάζει σε όλους μας να πιάνει πολύ χρόνο,
εφόσον όλα είναι σημαντικά μιας και γίνονται «για πρώτη φορά» .
Η μικρή αρραβωνιαστικιά θα αρχίσει να ανακαλύπτει τη γυναικεία
σεξουαλικότητα, την ερωτική επιθυμία, την ηδονική έλξη ζωής και θανάτου.
Όλα αυτά όμως, παρότι διαθέτουν και μια πλαστή «αίσθηση ηθογραφίας»,
αναποδογυρίζουν στο τέλος του έργου, όταν η αμφίσημη αφήγηση μιλάει τελικά
για τον έρωτα και το θάνατο ενός «γάτου».
Ατμοσφαιρική, χειροποίητη σκηνοθεσία, στο υπέροχο Δώμα του Ν. Κόσμου, με το
τσεκούρι να δείχνει το λεπίδι του, το μέλι να ρέει και τη ζάχαρη των
λουκουμιών να μπουκώνουν το πένθος, υπό τις ζωντανές νότες του Κωστή
Ζουλιάτη και την Τατιάνα -Αννα (Πίττα), την Ξένια (Θεμελή) και την Σύρμω
(Κεκέ), τρεις διαφορετικές φωνές ενός πολλαπλασιασμένου εαυτού, όπως
άλλωστε συμβαίνει και με όλες μας, να μας συμφιλιώνουν με το ανοίκειο.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ