«Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΔΟΥ LOYRCINE” του Ευγένιου Λαμπίς, σε Μετάφραση Νικολέττας
Φριντζήλα, Σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα και Μουσική Βασίλη Μαντζούκη, στο
Θέατρο «Πορεία», από την Καλλιτεχνική Εταιρεία «Δόλιχος».
Όταν η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Τάσου Μαντή, μιας και το
1996 ο αξέχαστος σκηνοθέτης είχε ανεβάσει το ίδιο έργο με μεγάλη επιτυχία .
Όταν ο Δ. Τάρλοου συνεργάζεται με την Μάρθρα Φριντζήλα, γνωστή για την
ευφρόσυνη διάθεση που την διακατέχει για την μίξη των δύο ειδών, θεάτρου
και μπουσικής, σε ένα έργο που από μόνο του θεωρείται από τα καλύτερα
δείγματα του βωντβίλ .
Όταν ο Λαμπίς έχει την τελευταία εικοσαετία πίσω του αρκετές σκηνοθετικές
προσεγγίσεις που με ανατρεπτικό, σχεδόν σουρεαλιστικιό τρόπο αποδομούν το
πρόσωπο του αξιοσέβαστου αστού, φρεσκάροντας έτσι ένα είδος που αποτελούσε
είδος μαζικής κουλτούρας κατά τον 19ο αιώνα.
Όταν πράγματι ο Λαμπίς δίνει το υλικό για μια μαύρη κωμωδία καταστάσεων, ή
και χαρακτήρων ακόμα, με φρενήρη, απογειωτικό μουσικό ρυθμό.
Όταν η σκηνοθέτιδα δηλώνει ότι μένει πιστή σε μια ασθμαίνουσα,
παλιομοδίτικη και πανηγυριώτικη υποκριτική και στον εμβολισμό της με
σουξεδάκια ευφρόσυνα και λαϊκά.
Τι συνέβη λοιπόν σε μας που πιστέψαμε όλα τα παραπάνω και δεν έσκασε το
χειλάκι μας;
Ενώ όλο το υλικό βρισκόταν μπροστά μας, σκηνικό που παρέπεμπε σε παλιές
χαλκομανίες και παλιομοδίτικα κόμικς, μουσικοί επί σκηνής που ανακατεύονταν
στη δράση, η Νορίν (κυρία του σπιτιού) άλλοτε ως Μέριλυν Μονρόε και άλλοτε
ως Τζέσικα Ράμπιτ, ο δε υπηρέτης Ζυστίν ως καραγκιόζης- δράκουλας κι άλλα
τόσα, το σύνολο δεν έδεσε. Δεν δημιούργησε κάποια στοιχειώδη ενιαία
αισθητική, που από τη μια να αποκαλύπτει το σαθρό ηθικό υπόστρωμα μιας
τάξης καταναλωτών – εισοδηματιών, από την άλλη να διεγείρει το
συναισθηματικό κόσμο των θεατών με την ανάμνηση παλιών λαϊκών μορφών
τέχνης. Να κλείσει δηλαδή το μάτι στο θεατή καλώντας τον σε καλλιτεχνική
«συνενοχή».
Δεν ξέρω αν την ευθύνη την έχει η σκηνοθέτιδα με την ελλειπή επεξεργασία
των εκφραστικών της μέσων ή και η ανεπάρκεια κάποιων συντελεστών που «το
είδος ίσως να μην τους πάει».
Με έκπληξη διάβασα ότι η Ταμίλα Κουλίεβα έκανε την πτυχιακή της εργασία
στη δραματική Σχολή της Μόσχας πάνω στο έργο του Λαμπίς. Δεν πίστευε στην
ηρωίδα της, δεν την γνώριζε, δεν το διασκέδαζε.
Το ίδιο και ο Δ. Τάρλοου. Μόνον ο Μιχάλης Φωτόπουλος στο ρόλο του υπηρέτη,
έδειχνε να απολαμβάνει την καρικατούρα που υποδυόταν.