«Θέλω μια χώρα» του Ανδρέα Φλουράκη, σε Σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη
από το Θέατρο Τέχνης στο Φεστιβάλ Αθηνών
Μέσα σ’ εκείνο το ρευστό καλοκαίρι που μόλις μας αποχαιρέτησε, θεωρώ πως
ταίριαξε απόλυτα η παράσταση της Μαριάννας Κάλμπαρη, που πήρε το έργο του
Φλουράκη ( πρωτοπαρουσιάστηκε στο Royal Court Theatre στο Λονδίνο τον
Ιούνιο του 2013), το μοίρασε στους 65 νεαρούς μαθητές της Δραματικής
Σχολής και όλους αυτούς τους πέταξε κυριολεκτικά στη σκηνή, σαν ναυαγούς
μιας χώρας – σχεδίας, που αποφασίζουν να αλλάξουν χώρα, εφόσον μάλλον δεν
σκέφτονται ν’ αλλάξουν οι ίδιοι ή ν’ αλλάξουν τη χώρα που ζουν.
Το ίδιο το έργο, μοιάζει σα μια μισοτελειωμένη πρόταση, φαντάζομαι σαν την
αμήχανη απάντηση των νέων του καιρού μας στο ερώτημα «τι χώρα θέλεις;» και
κυρίως τι είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις γι αυτό.
Όμως όλοι μας είμαστε σαν τις χελώνες, που κουβαλάμε στην πλάτη το σπίτι
μας, όπου κι αν αποπειραθούμε να πάμε
«Η χώρα πέθανε. Να πάει στον αγύριστο
Μας έβγαλε τα συκώτια»
Και επίσης:
-Θέλω μια χώρα σαν παραμύθι της γιαγιάς
-Να βουλιάζω πάνω της μαλακά
-Χωρίς την παραμικρή ανησυχία.
Είναι μερικά από τα λόγια των παιδιών που νιώθουν να μην τους χωρά ο τόπος
τους.
Με πρωταγωνιστή το ίδιο το πλήθος των νέων, που κάποια στιγμή φαίνεται να
κάνουν μια απόπειρα διαλόγου με την παλιά γενιά, όπως αυτό εκφράστηκε από
την ήρεμη παρουσία της υπέροχης Ρένης Πιττακή, που αναγνωρίζει τη χώρα της
στους στίχους του Μανώλη Αναγνωστάκη και του Ελύτη, μια αντίστιξη στο
θόρυβο ή και τον πανικό των νέων μπροστά στην αβυσσαλέα κρίση, η παράσταση
διέθετε ωραία σκηνική ροή. Κατά τη γνώμη μου όμως, θα έπρεπε να εστιάσει
περισσότερο στο διάλογο των μαθητών με τη δασκάλα τους. Αυτό ίσως θα
ενδυνάμωνε το συναίσθημα και θα έδειχνε την ίδια την τέχνη ως άξιο τόπο,
να επιστρέφει στα δύσκολα κανείς, αφού αποφασίσει όμως να ξεγυμνωθεί από
τις καταναλωτικές ευκολίες και τα αξεσουάρ, ως ενθύμια μιας προ κρίσης
εποχής, που φέρει ως μόνιμο καβούκι.
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ