Θ.Ν.ΚΟΣ04

MAΡTIN MAK NTONA
«Ο ΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ ΤΟΥ ΙΝΙΣΜΟΡ»
Σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου
Στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

Ο Μάρτιν Μακ Ντόνα φέρεται ως το τελευταίο μεγάλο απόκτημα της Αγγλικής
θεατρικής σκηνής. Μόλις 32 χρόνων, με τέσσερα έργα στο ενεργητικό του και
όλα τόσο επιτυχίες που όπως διαβάσαμε, το Βασιλικό Εθνικό Θέατρο του
Λονδινου του πρόσφερε τη θέση του μόνιμου συνεργάτη συγγραφέα. Με καταγωγή
από τη Νότια Ιρλανδία εντυπωσίασε για την ανατροπή μέσα από τα έργα του,
της λεγόμενης «θεατρικής ιρλανδικότητας», πράγμα που σημαίνει όπως του
καταλογίζουν όσοι δεν τον θαυμάζουν, ότι γελοιοποιεί την κουλτούρα ενός
λαού που προσπαθεί να επιβιώσει παρά τις τεράστιες αντιξοότητες.
Στον «Υπολοχαγό του Ινισμορ» ο συγγραφέας ασχολείται μ’ ένα πολύ
επικίνδυνο θέμα. Τη σύγχρονη βία, την οποία όμως ταυτίζει αποκλειστικά με
το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Η δράση εκτυλίσεται στη Βόρεια Ιρλανδία και
οι πρωταγωνιστές είναι όλοι μέλη ή παρακλάδια του ΙΝLA (Εθνικού Ιρλανδικού
Απελευθερωτικού Στρατού). Επίσης είναι φίλοι ή συγγενείς. Τα άτομα αυτά,
νεαρά στην πλειονότητά τους, ανήκουν στην τρίτη γενιά , ήτοι βρίσκονται
πολύ μακριά από τις ιδεολογικές καταβολές των κινημάτων ανεξαρτησίας. Αυτοί
θα επιδοθούν σε έναν άγριο αγώνα αλληλοεξόντωσης, η σκηνή θα μετατραπεί σε
σκέτο σφαγείο , η επίκληση ιδεών θ’ αποτελεί ανόητο πρόσχημα . Σκοτώνουν
από εθισμό που προκαλεί ηδονή και οι ίδιοι δεν είναι τίποτε άλλο από
ψυχωσικούς δολοφόνους με προσωπικές εμμονές, παράλογους συναισθηματισμούς
και πειραγμένα μυαλά. Οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες, όπως η αγάπη, ο
έρωτας, η αποδοχή των φίλων, λειτουργούν σ’ αυτούς στρεβλά, μόνον ως
υπολείμματα, στο πλαίσιο πλήρως διαταραγμένων ψυχισμών.
Μ’ αυτό το κυνικό υλικό ο συγγραφέας και με στόχο, όπως λέει ο ίδιος, να
καταγγείλει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, φτιάχνει μια «μαύρη κωμωδία».
Καλούμαστε δε εμείς οι θεατές να γελάσουμε με εξυπνακίστικα αστεία, την ώρα
που σε κάποιον βγάζουν τα νύχια, διαπραγματεύονται αν θα του κόψουν την
αριστερή ή τη δεξιά θηλή του στήθους του, κατακρεουργούν πτώματα επί
σκηνής. Ακόμα και ο πατέρας, η παλιά γενιά, είναι ένα τρομοκρατημένο
ανθρωπάκι που βασάνιζε στα νιάτα του τη μητέρα του και επιθυμεί το θάνατο
του γιού του γιατί αλλιώς θα τον σκοτώσει αυτός και όλα αυτά γιατί κάποιος
άλλος σκότωσε τη γάτα του!!!
Δηλαδή κατά τον συγγραφέα δεν υπάρχουν λόγοι κοινωνικοί που εξαχρειώνουν
και εξαγριώνουν τον άνθρωπο, αλλά οι αιτίες είναι μεταφυσικές, ή έχουν
κληρονομική καταγωγή.
Μετά απ’ αυτήν την προσέγγιση του τεράστιου θέματος της τρομοκρατίας αλλά
και των ανθρώπων που γεννιούνται, μεγαλώνουν και προσπαθούν να επιβιώσουν
σε κοινωνίες στιγματισμένες από την κρατική βία, όπως είναι η Ιρλανδέζικη
(με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το σχηματισμό της ψυχικής τους συγκρότησης)
και μια ολόκληρη ιστορία βίας εναντίον της από την Μεγάλη Βρετανία,
πραγματικά το ν’αναφερθεί κανείς στο αφηγηματικό ταλέντο του συγγραφέα και
στις θεατρικές του χάρες μου φαίνεται τουλάχιστον αδιάφορο.
Κι όταν θέλω να στοχαστώ πάνω στις συνισταμένες της ωμής βίας –φαινόμενο
πανάρχαιο που συνοδεύει την ανθρώπινη ιστορία – θα ξαναδιαβάσω το Ριχάρδο
τον Γ’ και τον Μάκβεθ. Ευτυχώς που υπάρχει κι ο Σαίξπηρ.
Ο Θεοδωρόπουλος στήριξε σκηνοθετικά την επιλογή του, στήνοντας επί σκηνής
ένα ανελέητο σφαγείο με το ρεαλισμό που απαιτεί η ανάγκη να ερεθιστούν τα
πνεύματα.
Από τους ηθοποιούς που κλήθηκαν να υπερασπιστούν αυτά τα ανθρώπινα
ανδρείκελα, ξεχώρισε φυσικά η ερμηνεία του Δημήτρη Πιατά στο ρόλο του
Ντόννυ, του τρομαγμένου από το γιο – τρομοκράτη, πατέρα.

Αθήνα 11-2-04