ΙΛΙΑΔΑ’13

Η «Ιλιάδα» του Ομήρου σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού και Μετάφραση
Δ.Ν.Μαρωνίτη, στο Φεστιβάλ Αθηνών

Η απόφαση του σκηνοθέτη να ανεβάσει επί σκηνής τις 24 ραψωδίες της
«Ιλιάδας», αυτού του μεγαλοπρεπούς αρχαιοελληνικού έπους του Τρωικού κύκλου
που αποτελεί την απώτερη αρχή της ελληνικής γραμματείας αλλά και πηγή της
νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αποτελεί ενέργεια υψηλού ρίσκου.
Με όπλο του τον καθαρό, σύγχρονο λόγο του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Λιβαθινός
άπλωσε τη δράση στον αχανή χώρο της σκηνής της Πειραιώς 260, σε ένα
βιομηχανικό τοπίο που αναγκαστικά συνδιαλεγόταν με σύγχρονους όρους με
αυτήν την αρχαία πολεμική εξιστόρηση που περιλάμβανε τα πάντα. Όλα δηλαδή
τα «θεϊκά και τα’ ανθρώπινα». Το πολεμικό πάθος, την ανθρώπινη αλαζονεία,
τον έρωτα, τον παραλογισμό της βίας, το νόστο, την έξαρση, την περηφάνια,
την ερημιά του θανάτου. Μια αρσενική τελικά αντίληψη της ζωής.
Φυσικά η πεντάωρη παράσταση είχε δυνατές στιγμές αλλά και αδυναμίες.
Η εικονοποιία παρέπεμπε σε στρατώνα, τα φαιά ρούχα , οι άδειες στρατιωτικές
στολές κρεμασμένες σε τσιγκέλια έφερναν μνήμες Β’ Παγκοσμίου πολέμου και σε
αντίθεση η ποπ εμφάνιση των θεών, ένα ανάλαφρο παιγνίδισμα σε αντίθεση με
το ζοφερό κόσμο των εμπολέμων (αυτή η σκηνοθετική αντίληψη μπορεί να
αλάφρωνε το βαρύ θέαμα αλλά προσωπικά το βρήκα αδόκιμο), λάστιχα
αυτοκινήτων, μινιμαλιστικές πινελιές με χάρτινα πλοιαράκια και το νερό που
θύμιζε τη θάλασσα που ήταν αγκυροβολημένα τα πλοία των Ελλήνων, σε
συνδυασμό με τους πολεμικούς αυτοσχεδιασμούς που δίδαξε ο Μοναχός Σαολίν Σι
Μια Τζιε, αποτέλεσε την αισθητική της παράστασης. Πολλά στοιχεία γνωστά από
προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη αλλά και σκηνικές πρακτικές που έχουν
ήδη χρησιμοποιηθεί από μεγάλα Θέατρα του 20ου αιώνα (π.χ το θέατρο του
Ηλιου της Μνιούσκιν).
Όμως σεβόμαστε αυτήν την τεράστια συλλογική προσπάθεια των 15 ηθοποιών, που
προεξάρχοντος του Δημήτρη Ημελλου (Αγαμέμνων) και της Μαρίας Σαββίδου
(Εκάβη αλλά και αφηγήτρια), μας μετέφεραν με τον λόγο και μια σκηνική
αντίληψη αυτού του μεγάλου έπους.
Δυνατό σημείο της παράστασης η μουσική υπόκρουση που συνέθεσε ο Λάμπρος
Πηγούνης και το τέλος της παράστασης με τους «Τρώες» του Καβάφη και το
ερώτημα που παραμένει ζωντανό ως τις μέρες μας. Αξιζαν τελικά όλα τούτα;