ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ 2023

Ο «Ιππόλυτος» (428 π.Χ.) του Ευριπίδη, που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, είχε άποψη και ιδιαίτερο ερμηνευτικό πρίσμα, ευδιάκριτες αρετές, αλλά και μία καθοριστική αδυναμία: οι πρωταγωνιστές δεν έδεσαν ποτέ ερμηνευτικά ως σύνολο και ο Χορός (των γυναικών που συμπαρίστανται στη Φαίδρα) δεν μπόρεσε να πείσει για την αναγκαιότητα της παρουσίας του επί σκηνής.
Το γεμάτο κοίλον και στις δύο παραστάσεις του «Ιππολύτου» του Εθνικού Θεάτρου και της Κατερίνας Ευαγγελάτου επιβεβαίωσε για μία ακόμη φορά τη σημασία του Φεστιβάλ Επιδαύρου, τη στενή, αγαπητική σχέση που έχουμε με το αρχαίο θέατρο και τους καλλιτέχνες της σκηνικής τέχνης που μεσολαβούν για να το απολαύσουμε.
Με δεδομένη την ελλιπέστατη γνώση που παρέχει το ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το αρχαίο δράμα, οι ηθοποιοί είναι τα media, οι μεσάζοντες αλλά και το ίδιο το «μέσο», που κρατούν ζωντανή τη σχέση μας μ’ αυτό το μοναδικό κεφάλαιο της ελληνικής Ιστορίας και γλώσσας. Χάρη σ’ αυτούς δεν σπάει η άλυσος της επαφής των νεότερων με το αρχαίο δράμα, που μελετούν και παρουσιάζουν στα θέατρα των σχολείων τους μαθητές από τη μία ως την άλλη άκρη της γης, όταν οι δικοί μας υπουργοί Παιδείας και λοιποί «αρμόδιοι» σφυρίζουν αδιάφορα.
Ο Ευριπίδης έγραψε και παρουσίασε τον «Ιππόλυτο» το 428 π.Χ. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει, ο Περικλής είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο από τον λοιμό που αποδεκάτισε τον πληθυσμό Αθήνας και περιχώρων και διάδοχος της κλάσης του δεν υπήρχε.
Οι Αθηναίοι, οι νικητές των Περσικών Πολέμων, πολίτες της μεγαλύτερης δύναμης της εποχής, βρέθηκαν κλεισμένοι πίσω από τα τείχη, αντί να βγουν να πολεμήσουν όπως όριζε ο αξιακός τους κώδικας. Πέθαιναν σωρηδόν από την αρρώστια, απορφανισμένοι από τον ηγέτη που μέχρι τότε τους είχε οδηγήσει με ασφάλεια στην ευημερία. Ο τροχός της τύχης τους γύρισε και πολλές επιλογές τους ήταν όχι μόνο πολιτικά και στρατηγικά άστοχες αλλά και απολύτως καταστρεπτικές για το παρόν και το μέλλον τους. Τα γράφει ο Θουκυδίδης.
Θα μπορούσε αυτό το ιστορικό περιβάλλον να συνδεθεί με την ιστορία του Ιππόλυτου; Όπως η Φαίδρα, ο Ιππόλυτος και ο Θησέας στην τραγωδία του Ευριπίδη, που παγιδεύονται στο εκδικητικό σχέδιο της θεάς Αφροδίτης, μπορούμε  να φανταστούμε τους Αθηναίους σοκαρισμένους από τις τρέχουσες εξελίξεις στην πόλη τους, παγιδευμένους ανάμεσα σε ανίσχυρες πια αξίες και ιδανικά (δες την πίστη στην αγνότητα του Ιππολύτου) και σε μια πραγματικότητα που όριζαν δυνάμεις που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Μία ενδιαφέρουσα αλλά μάλλον ξεχασμένη πια άποψη έχει καταθέσει ο Αλέξης Διαμαντόπουλος στη μελέτη του «Η πολιτική μαρτυρία του ερωτικού μύθου στην τραγωδία» (1978).
Η τραγωδία του Ευριπίδη εξελίσσεται στην Τροιζήνα, η οποία, όταν επιτέθηκαν οι Πέρσες στην Αθήνα το 480 π.Χ., προσέφερε καταφύγιο στις οικογένειες των Αθηναίων. Θα μπορούσε ο τόπος δράσης να ανακαλεί την εποχή της «αθωότητάς» τους.
Πενήντα χρόνια μετά, στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι κατέστρεψαν την Τροιζήνα.
Τώρα οι «Αθηναίοι», ο Θησέας και η Φαίδρα, το βασιλικό ζεύγος των Αθηνών, προκαλούν τον θάνατο του αθώου Ιππολύτου, που μεγάλωσε και ζούσε στην Τροιζήνα.
Οι συσχετισμοί που κάνει ο Διαμαντόπουλος είναι πειστικοί και μπορεί όντως ο Ευριπίδης να θέλησε με εξαιρετικά ευρηματικό τρόπο (μια ιστορία μοιραίου έρωτα) να αλώσει τη βεβαιότητα των υπεραισιόδοξων συμπολιτών του για τη δύναμη της Αθήνας, να θυμίσει οικεία κακά και να προτείνει σύνεση και ταπεινότητα αντί για μεγάλες ιδέες, αυταρχικές πολιτικές, τιμωρητικές επεμβάσεις και σφαγές -οι οποίες εντέλει οδήγησαν στην ήττα της Αθήνας το 404 π.Χ.
Κατά τ’ άλλα, φυσικά, ισχύουν όλα όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν την πλήρη νεωτερισμών τραγωδία, για τα πολλά ζητήματα που θέτει: περί της φύσεως του Καλού και του Κακού, για τις άλογες δυνάμεις που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων και τον Έρωτα ως μείζονα παράγοντα δημιουργίας αλλά και καταστροφής, για το πώς ακόμα και ηθικές επιλογές που δεν αμφισβητούνται, όπως η τήρηση του όρκου, μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι προτιμότερο να αίρονται.
Όπως συμβαίνει με όλα τα σπουδαία έργα, ο «Ιππόλυτος» γίνεται σημείο τομής και συνάντησης, όπου ο αρχαίος ποιητής, οι σοφιστές και ο Σωκράτης συναντούν τον Νίτσε και τον Ρολάν Μπαρτ.
Ο έρωτας (της Φαίδρας, εν προκειμένω) έχει συντελεστεί πριν από τον Λόγο και πίσω από το προσκήνιο της συνείδησης, κατά πώς γράφει ο Μπαρτ στα «Αποσπάσματα Ερωτικού Λόγου»(1977). Γι’ αυτό και το ερωτικό γεγονός, όπως και η παράσταση της τραγωδίας, είναι ιερατικής τάξεως και δεν έχει να κάνει με σχεσούλες, απάτες και προδοσίες, μήνες μέλιτος και εποχές ερωτικής συντριβής και πένθους. Είναι ένα μέσο να σκεφτούμε την ίδια μας την ύπαρξη, να αντι-ταυτιστούμε για να πατήσουμε καλύτερα στα πόδια μας ή να γκρεμιστούμε ολομόναχοι, χωρίς Αφροδίτες ή Αρτέμιδες να δίνουν άλλοθι στις επιλογές και τις ήττες μας.
Η παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου είχε στιβαρή άποψη που καθόρισε την ερμηνεία της τραγωδίας. Εδώ, η Αφροδίτη, θεά όχι μόνο του Ουράνιου Έρωτα αλλά και του Πάνδημου (που αφορά τον καθαρά σαρκικό πόθο), ταυτίζεται με την παρθένο θεά Άρτεμι, ως δύο πρόσωπα της ίδιας δύναμης, πέραν της λογικής και της ηθικής των ανθρώπων. Έτσι ο πρόλογος και η τελική θεοφάνια έχουν κοινό ήθος και ύφος και η παράσταση προκύπτει ως «καλλιτεχνική» δημιουργία της Αφροδίτης. Αυτή συλλαμβάνει το σχέδιο της εκδίκησης (την υπόθεση του «Ιππολύτου») και σαν καλλιτέχνης το υλοποιεί με την κάμερα στο χέρι, δίνοντάς του τη μορφή ταινίας που γυρίζει in situ.
H διαρκής παρουσία της Αφροδίτης, που ερμήνευσε θαυμάσια η Έλενα Τοπαλίδου, και η διχοτόμηση της δράσης (αφού την προσοχή του κοινού διεκδικούν έντονα και σταθερά τα πλάνα που τραβά και προβάλλονται στον τοίχο του ημιβυθισμένου ανακτόρου) καθορίζουν την πρόσληψη του έργου. Αποδυναμώνεται κάθετα το ζήτημα που ενυπάρχει στον «Ιππόλυτο», της ελεύθερης βούλησης και της σημασίας των επιλογών μας ως προς την ευθύνη μας για τις συνέπειές τους. Γιατί από τη στιγμή που η ιστορία παρουσιάζεται σαν «θέαμα», ο έλεος και ο φόβος για τα παθήματα των ηρώων, δεν λειτουργεί. Παρότι ο «Ιππόλυτος» είναι η πιο «μοντέρνα» τραγωδία, η πιο κοντινή στο σημερινό κοινό, ουδεμία συν-πάθεια ή συν-κίνηση προκαλείται στους θεατές.
Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη αποτελεί περίπτωση μελέτης. Η ορχήστρα διαμορφώνεται σ’ ένα βαλτώδες τοπίο. Τα πρόσωπα κινούνται/κρύβονται πίσω από τα αγρωστώδη φυτά, πάνω και κάτω σε βραχάκια, η νεκρή Φαίδρα κείται στο νερό σαν την Οφηλία στον πίνακα του Μιλλαί, το ίδιο αργότερα και ο ετοιμοθάνατος Ιππόλυτος. Στο βάθος, ο τοίχος του παλατιού λειτουργεί ως οθόνη προβολής των βίντεο (που σχεδίασε ο Παντελής Μάκκας). Εδώ εντοπίζεται το σκηνογραφικό πρόβλημα: για τους θεατές του κάτω διαζώματος ο όγκος του «κτιρίου» δεν επιτρέπει να παρακολουθήσουν την κίνηση των ηθοποιών πίσω του, παρόλο που η Κ. Ευαγγελάτου επιδίωξε η δράση να εκτείνεται μέσα, γύρω και πίσω από την ορχήστρα.
Μόνον οι θεατές του άνω διαζώματος μπορούσαν να θαυμάσουν τον σκηνικό χώρο και την ανάπτυξη των ηθοποιών εκτός ορχήστρας. Οι φωτογραφίες αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία και αποδεικνύουν ότι ακόμη και ο πιο έμπειρος στο είδος του, εκεί, στο μυσταγωγικό θέατρο της Επιδαύρου, μπορεί να πέσει σε ύβρι και να αποτύχει. Ενίοτε οικτρά.
Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα της παράστασης είναι άλλο και έχει να κάνει με τις ερμηνείες των ηθοποιών. Αν και έμπειροι και αναμφισβήτητων ικανοτήτων, οι πρωταγωνιστές (Κόρα Καρβούνη, Μαρία Σκουλά, Γιάννης Τσορτέκης, Ορέστης Χαλκιάς, Δημήτρης Παπανικολάου) έδιναν την εντύπωση ότι εργάστηκαν μόνοι, ότι δεν «συναντήθηκαν» ποτέ ουσιαστικά εντός του κόσμου της τραγωδίας -χωρίς τις ανταλλαγές και το δέσιμο που υπάρχει μεταξύ ερμηνευτών στις παραστάσεις που μας συγκλονίζουν.
Η Κόρα Καρβούνη απέδωσε μάλλον υποτονικά το ερωτικό πάθος που κατατρώει την ηρωίδα -επιπλέον, η ενδυματολόγος Εύα Γουλάκου της στέρησε τα διακριτικά που θα έδιναν το αναγκαίο μέγεθος στην παρουσία της. Η Μαρία Σκουλά ακολούθησε δικό της, διαφορετικό ύφος και τονισμό, από άλλη παράσταση. Ο Γιάννης Τσορτέκης (τουλάχιστον στην πρεμιέρα, που παρακολούθησα) ήταν φωνητικά μία τουλάχιστον κλίμακα υψηλότερα από τους υπολοίπους και η αμηχανία του ήταν εμφανής κατά την είσοδό του και πριν την τελική σκηνή. Εντός αυτής της προβληματικής ως προς την υποκριτική συνθήκης, ο Ορέστης Χαλκιάς ήταν ιδανικός Ιππόλυτος.
Αλλά και ο Χορός (των γυναικών της Τροιζήνας) δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει την παρουσία του ούτε ως προς τον λόγο ούτε ως προς την κίνησή του στο χώρο -φωνούλες και παρουσίες χωρίς βάρος.
Για τη βίντεο σκηνή, που η Φαίδρα φιλάει παθιασμένα στο στόμα την Αφροδίτη, και για το εντελώς περιττό ξεγύμνωμα των γυναικών του Χορού και των συντρόφων του Ιππολύτου, πολλοί απόρησαν. Γιατί υιοθετούνται παρόμοιες σκηνές τόσο συχνά και χωρίς σοβαρή δραματουργική ανάγκη; Μιμούνται οι σκηνοθέτες τόσο απροκάλυπτα ο ένας τον άλλον; Πότε θα αντιληφθούν ότι το γυμνό σώμα αποδραματοποιεί το δράμα (και μάλιστα εδώ στην πλέον ακατάλληλη σκηνή) και ότι η  «γυμνή αλήθεια» που αποκαλύπτεται συντριπτικά στο τέλος του έργου απλώς δεν χρειάζεται να «εικονοποιηθεί»;
Περιμέναμε περισσότερα από τη δεύτερη σκηνοθεσία της Κ. Ευαγγελάτου για το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Θα περιμένουμε ακόμα περισσότερα από την τρίτη της απόπειρα, όποτε έρθει η στιγμή, γιατί, παρά τις όποιες αντιρρήσεις, και ξέρει και μπορεί να αντιμετωπίσει την τραγωδία ως τον θησαυρό που είναι.
Η ίδια προσμονή, η ίδια συγκίνηση κάθε χρόνο, καθώς πλησιάζουμε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Είναι αυτή που δημιουργεί το τοπίο, το θέατρο, η αναμονή του θεάματος. Κάθε χρόνο, σαν την πρώτη φορά. Την Παρασκευή 7 Ιουλίου έκανε πρεμιέρα το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου ξεκινώντας με τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου από το Εθνικό Θέατρο. Μια παράσταση που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο το 1937, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη, με Ιππόλυτο τον Αλέξη Μινωτή και Φαίδρα την Κατίνα Παξινού. To 1953, ανέβηκε ξανά από το Εθνικό Θέατρο στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και πάλι σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη, και το καλοκαίρι του 1954 στην Επίδαυρο, με Ιππόλυτο τον Αλέκο Αλεξανδράκη και Φαίδρα την Έλσα Βεργή, εγκαινιάζοντας άτυπα τον θεσμό των Επιδαυρίων, θεσμός που καθιερώθηκε επίσημα από το 1955, με την ίδια παράσταση.
 Ιππόλυτος περιφρονεί τον έρωτα και όλα όσα ο τελευταίος συνεπάγεται: πανικό του σώματος, παρακμή της λογικής, έκρηξη των συναισθημάτων, απώλεια ελέγχου.
Η εμμονή του στην παρθενική «θέση», όμως, δεν συνεπάγεται ότι θα παραμείνει ανέγγιχτος, σώος και αρτιμελής. Το αντίθετο, μάλλον…
Σε μια τραγική αντιστροφή, ο Ιππόλυτος που αρνείται την επιθυμία, ο Ιππόλυτος που αρνείται την αναπαραγωγή, θα πεθάνει με βίαιους σπασμούς και οξείς πόνους, βιώνοντας την υπέρτατη οδύνη, μια «δαιμονική παρωδία» των εκτινάξεων του έρωτα αλλά και του γυναικείου τοκετού. «Ο άντρας θα πεθάνει μέσα στον πόνο, ανακαλύπτοντας έτσι ότι διαθέτει ένα σώμα. Πεθαίνοντας ο Ιππόλυτος αποκτά σώμα…» λέει η Νικόλ Λορώ
. Το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου μεταμορφώθηκε σε ένα βαλτώδες δυστοπικό τοπίο, με αγρωστώδη φυτά και νερό, που αντανακλούσε την ερημιά της ανθρώπινης ύπαρξης, αποτελώντας ένα εντυπωσιακό σκηνικό. Το κοινό είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει παράλληλα σε ένα ρομβοειδές Video Wall που είχε προσαρμοστεί στο σκηνικό, την προβολή live video με λήψεις από την ίδια παράσταση, καθώς και selfie της Αφροδίτης, η οποία ήταν και καμεραμάν. Η παρέμβαση αυτή δημιούργησε μια ιδιαίτερη αλληλεπίδραση μεταξύ του κοινού και της παράστασης, καθηλώνοντας τους θεατές στο κοίλον του Αργολικού Θεάτρου.
Η ερωτική τραγωδία του Ευριπίδη αποδίδεται σε μια παράσταση με αισθητικό στίγμα και ενδιαφέρουσες σκέψεις να την τροφοδοτούν, που αποτελεί και ένα καλό παράδειγμα ανοίγματος της τραγωδίας στο ευρύ κοινό, παρά τη φαινομενική τόλμη κάποιων σκηνοθετικών επιλογών.
ΓΡΑΦΕΙ: ΤΩΝΙΑ ΚΑΡΑΟΓΛΟΥ06 Ιουλίου , 2023
©Ανδρέας Σιμόπουλος
Πρόγραμμα Πελάτες CRM, DIGITAL MARKETING & Αρχειου συνολικα 240 ευρώ
ApplePiraeus
Σετ ποτηριών υψηλού σχεδιασμού από την Krosno, μόνο στην Pepco!
Pepco
Όταν οι άνθρωποι γίνονται παιχνίδια στα χέρια των θεών, υπάρχει περιθώριο για αυτόβουλη δράση; Αυτό το -κυρίαρχο γενικά στην τραγωδία- ερώτημα οδηγεί την παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου με το Εθνικό Θέατρο. Το τι θα παρακολουθήσουμε αποσαφηνίζεται ήδη στον πρόλογο της Αφροδίτης: ό,τι εκτυλιχθεί είναι μέρος της εκδίκησης της θεάς για τον νεαρό Ιππόλυτο που αρνείται τα δώρα του (σαρκικού) έρωτα και παραμένει αγνός και πιστός ακόλουθος της Άρτεμης. Κι όμως παρά το… spoiler, το ενδιαφέρον παραμένει ακμαίο, μια που η γοητευτική και δεξιοτεχνική γραφή του Ευριπίδη αποδίδεται σε μια παράσταση με αισθητικό στίγμα και ενδιαφέρουσες σκέψεις να την τροφοδοτούν.
©Ανδρέας Σιμόπουλος
Remaining Time-0:06
Fullscreen
Mute
Κυρίαρχη στη σκηνή είναι η Αφροδίτη της Έλενας Τοπαλίδου ως ενορχηστώτρια μιας “παράστασης”. Συνεχώς παρούσα καταγράφει τη δράση με μια κάμερα, την οποία συχνά στρέφει στον εαυτό της˙ μια ναρκισιστική, σεξουαλική θηλυκή φιγούρα ποζάρει και ακκίζεται μέσα στο μικροσκοπικό φανταχτερό κοστούμι και τα ψηλά τακούνια (Εύα Γουλάκου), αταίριαστη με το βαλτώδες, σκοτεινό τοπίο όπου κυριαρχούν οι καλαμιές και το υγρό στοιχείο (Εύα Μανιδάκη). Η Αφροδίτη της εμπαίζει τους ανθρώπους, τους παρακολουθεί με σαδιστική χαρά και διασκεδάζει με τα πάθη που αυτή προκάλεσε. Η ίδια ηθοποιός θα υποδυθεί και την Άρτεμη, μια θεά στον αντίποδα, ταγμένη στην αγνότητα: στην κατά Ευαγγελάτου ανάγνωση δεν έχει τόση σημασία ποια είναι η θεϊκή βούληση κάθε φορά, αλλά η δυνατότητα ή όχι του ανθρώπου να αυτενεργήσει. Ο αισθησιασμός δίνει επίσης τον τόνο, στα ρωμαλέα ανδρικά κορμιά του Ιππόλυτου και των συντρόφων του στο κυνήγι, στη σεξουαλική σκηνή του χορικού του έρωτα, στη δύναμη των γυμνών σωμάτων που συνομιλούν με τη φύση κατά τη ρήση της Άρτεμης – ένας κόσμος σφρίγους και νιότης, απ’ όπου αποχωρεί η Φαίδρα που, απεγνωσμένη και ντροπιασμένη για τον έρωτά της για τον Ιππόλυτο, αυτοκτονεί πέφτοντας στο ποτάμι του σκηνικού, σε μια άλλη ένωση με τη φύση.
©Ανδρέας Σιμόπουλος
Από την παράσταση λείπει η βύθιση στα υπόλοιπα πρόσωπα και το σκηνοθετικό ενδιαφέρον εστιάζει στην αισθητική και στη δύναμη της ατμόσφαιρας, της εικόνας και των συμβολισμών. Αυτό αποτυπώνεται και στις ερμηνείες, που αν και ικανοποιητικές φτάνουν μέχρι ενός σημείου: η παραίτηση της Φαίδρας εγκλωβίζει την Κόρα Καρβούνη σε μια κάπως άτονη παρουσία. Η Μαρία Σκουλά είναι άνετη, αλλά ο αιχμηρός ρόλος της Τροφού επέτρεπε περισσότερη ειρωνική πυγμή. Καλά δείγματα γραφής από τον Ορέστη Χαλκιά, που παρουσιάζει τον Ιππόλυτο ως ένα υπερφίαλο αγοράκι, για να ωριμάσει απότομα μετά το θάνατο της Φαίδρας και τη ρήξη με τον πατέρα του. Ο Θησέας του Γιάννη Τσορτέκη κουβαλάει το βάρος του άνδρα που συντρίβεται δύο φορές σε μια μέρα, είναι δωρικός και μετρημένος, αναδεικνύεται όμως καλύτερα στα κοντινά πλάνα της κάμερας, καθώς ερμηνεύει με την εκφραστικότητα του βλέμματος.
©Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο Χορός των Γυναικών δεν κέρδισε το μεγάλο στοίχημα του αρχαίου δράματος, παρά τη συνεχή παρουσία του αντιδρώντας στη δράση (χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος). Καθοριστικός ο σχεδιασμός βίντεο του Παντελή Μάκκα, στο αισθητικό στίγμα συνεισφέρουν οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, συνοδοιπόρος της συναισθηματικής ατμόφαιρας κάθε σκηνής η μουσική σύνθεση του Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη.
Είναι η ιστορία ενός ένοχου πάθους, η ιστορία ενός εμμονικά «αναφρόδιτου» τρόπου ζωής, η ιστορία των παρορμητικών και αδιάλλακτων αντιδράσεων που μπορεί να προκαλέσει τραγωδίες, η ιστορία των φυσικών ορίων και των θεϊκών επιταγών. Η ιστορία του Ιππόλυτου, του νόθου γιου του Θησέα και της Αμαζόνας Ιππολύτης, που έχει ορκιστεί απόλυτη πίστη στη θέα Άρτεμη και αποχή από κάθε ερωτική σαρκική απόλαυση, τον οποίο ερωτεύεται παθιασμένα και απελπισμένα η Φαίδρα, η γυναίκα του Θησέα. Είναι το πάθος που εμφύσησε στη Φαίδρα η θεά Αφροδίτη, θέλοντας να εκδικηθεί την ασέβεια του Ιππόλυτου στον έρωτα. Είναι η Αφροδίτη που σαρκάζει, ανακατεύει, κινεί τα νήματα και αδιαφορεί για το πάθος και τις άδικες κρίσεις και αποφάσεις των ανθρώπων.
Η ορχήστρα της Επιδαύρου ήταν όλη καλυμμένη από ένα ξέφωτο γης γκρίζο, μαραμένο, «που ανέδιδε το άρωμα του θανάτου», μ’ ένα μικρό ρυάκι να το διασχίζει. Η Εύα Μανιδάκη απέδωσε θαυμάσια και το πραγματικό και το ψυχολογικό σύμπαν των ηρώων του Ευριπίδη. Και η Αφροδίτη (Έλενα Τοπαλίδου) ήταν εκεί, παιγνιώδης, διεκδικητική και εκδικητική, εξουσιαστική και αποφασισμένη να στήσει και να παρακολουθήσει ένα παιχνίδι αλληλοεξόντωσης ζωών και ψυχών. Δεν το κρύβει άλλωστε: «Σας εξουσιάζω όλους» λέει με άγρια ικανοποίηση. Και μάλιστα έχει μια κάμερα μέσω της οποίας παρακολουθεί τα πάντα και προβάλλει λεπτομέρειες των προσώπων και των αντιδράσεων. Η Φαίδρα (Κόρα Καρβούνη) είναι άρρωστη και από το πάθος και από τις ενοχές, είναι καταρρακωμένη, παραιτημένη, απελπισμένη. Ο Ιππόλυτος (Ορέστης Χαλκιάς) έχει επιλέξει να ζει στο πλάι του βασιλιά πατέρα του, να μην ενοχλεί με τη νόθα ιδιότητά του τη ζωή της νόμιμης οικογένειας, είναι ταγμένος στην Άρτεμη, στο γύμνασμα του σώματός του και στο κυνήγι με τους φίλους του (Χορός Κυνηγών) και δεν έχει ιδέα για ό,τι σχεδιάζει εις βάρος του η Αφροδίτη. Μέχρι που η τροφός (Μαρία Σκουλά) του αποκαλύπτει τι νιώθει η Φαίδρα, ορκίζοντάς τον να μην πει τίποτα. Κι όταν η Φαίδρα αυτοκτονεί, αλλά ταυτοχρόνως φροντίζει να εκδικηθεί το ανομολόγητο αντικείμενο του πόθου της, κρατώντας στο νεκρό χέρι της ένα σημείωμα που δηλώνει ότι την κακοποίησε ερωτικά ο Ιππόλυτος, ώστε να το βρει ο Θησέας (Γιάννης Τσορτέκης), το νεαρό αγόρι μένει πιστό στον όρκο του και δεν κάνει τίποτα για ν’ αποδείξει την αθωότητά του.
Και το ντόμινο της καταστροφής έχει ήδη ξεκινήσει. Και το θάνατο της Φαίδρας, ακολουθεί ο θάνατος του Ιππόλυτου, που τον σκοτώνει (μέσω του Ποσειδώνα) η κατάρα του πατέρα του. Η αποκάλυψη της αλήθειας δεν μπορεί να διορθώσει τίποτα πια…
Μια τραγωδία με πολλά τραγικά πρόσωπα. Μια τραγωδία γι’ αυτό που απελευθερώνει και γι’ αυτό που εγκλωβίζει. Για κανόνες ηθικούς και θεϊκούς. Για την αγριότητα του πάθους, την επιπολαιότητα και τη βαναυσότητα των ανθρώπινων επιλογών. Για τους εύπιστους που προκαλούν τραγωδίες. Για τους ταγμένους που θυσιάζονται. Για τη σκοπιμότητα και τον φανατισμό που δολοφονούν. Για την άρνηση της συγκατάβασης,  Ή για την γήινη, λαϊκή, απλή και αποενοχοποιημένη ικανοποίηση των επιθυμιών, όπως εκείνην της τροφού, που σχεδόν σπρώχνει τη Φαίδρα, προς εκείνον που επιθυμεί και διστάζει να το ομολογήσει και στον εαυτό της: «Ο Θεός δεν στο ΄στειλε; Πάρτο» ή «Πιο χρήσιμο είναι το κρεβάτι, παρά οι ηθικές».
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έστησε μια άψογη αισθητικά και εικαστικά παράσταση με τη συμβολή και της Εύας Μανιδάκη στο σκηνικό. Επέλεξε να συμβολοποιήσει, είτε μέσω του θεατρικού δρόμου είτε μέσω του βίντεο πολλά σημεία του έργου:  αποτυπώνει την ανηδονία αλλά και την άγουρη τρυφερότητα στη σκηνή που ο Ιππόλυτος προσφέρει ένα λουλούδι-κτέρισμα στην Άρτεμη, και το αποθέτει στο ξερό κλαδί ενός δέντρου. Παρουσιάζει την απόλυτη εξάρτηση και καθοδήγηση από κάτι πέρα από μας –την Αφροδίτη εν προκειμένω- όταν βάζει στο χέρι της άβουλης και απελπισμένης Φαίδρας ένα τσιγάρο. Επισφραγίζει την υποταγή της στη θεά, με το παθιασμένο φιλί ανάμεσα στις δύο. Υμνεί τον πόθο και τη λαγνεία, με μια σκηνή αντρικών και γυναικείων σωμάτων, ανακατεμένων και παραδομένων στο πάθος του έρωτα -, «τη μεγαλύτερη χαρά και το πιο πικρό φαρμάκι». Ίσως το ξεγύμνωμα του χορού να μην πρόσθεσε κάτι παραπάνω δραματουργικά, ήταν όμως ενταγμένο αισθητικά, ενώ ήταν πολύ ωραίες οι σκηνές του Χορού των Κυνηγών, έξω και πίσω από την ορχήστρα.
Η μουσική του Αλέξανδρου –Δράκου Κτιστάκη συνόδευσε υπαινικτικά και χαμηλόφωνα όλη τη δράση, χωρίς να επιβάλλεται. Η κίνηση, κυρίως του γυναικείου χορού, δεν ήταν σε όλες τις στιγμές επιτυχημένη, σε αντίθεση με το Χορό των Κυνηγών. Όσο για τις ερμηνείες, η Έλενα Τοπαλίδου ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση και απέδωσε υπέροχα την κακομαθησιά, την εξουσία, τη δολιότητα και τη σχεδόν χαιρεκακία όταν υλοποιούνται τα σχέδιά της (η σκηνή που χοροπηδάει από χαρά ανάμεσα στο χορό ήταν απολαυστική). Η Κόρα Καρβουνη ήταν η παραιτημένη, εξουθενωμένη γυναίκα, που δεν ελέγχει τις πράξεις της και τις βουλές της. Ο Ορέστης Χαλκιάς ανταποκρίθηκε επαρκέστατα, και υποκριτικά και σωματικά, σ’ έναν μεγάλο και δύσκολο ρόλο και ήταν πολύ καλός στον τελευταίο του  μονόλογο. Ο Γιάννης Τσορτέκης ήταν πιο συγκρατημένος συναισθηματικά απ’ ό,τι ανέμενα. Απόμακρος ήταν και ο Εξάγγελος του έμπειρου Δημήτρη Παπανικολάου. Τέλος η Μαρία Σκουλά, έφερε επιτυχώς την αμεσότητα, τον αυθορμητισμό, την ειλικρίνεια και την αθέλητη αδιακρισία του λαϊκού ανθρώπου, που θέλει απλώς να βοηθήσει. Όλες οι ερμηνείες ήταν ευκρινείς, σαφείς, χωρίς πολλές ρωγμές, χωρίς υπερβολές. «Βλέπαμε» όσα έκρυβαν τα μάτια τους,  μέσω του βίντεο και των αδυσώπητα κοντινών πλάνων, που ήταν κάποιες στιγμές πιο ηχηρά από τον λόγο. Και ήταν ο τρόπος της χρήσης του βίντεο από τα δυνατά στοιχεία της παράστασης. Στο σύνολό της ήταν μια παράσταση και κλασική και φρέσκια, με ρυθμό και ροή που δεν έχανε στιγμή τον θεατή, που έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σκηνική όψη της, που επέλεξε σκηνικούς συμβολισμούς, και άφησε χώρο στον θεατή να συνομιλήσει με το κείμενο ξανά και ξανά. Και τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη, έχει πολλούς λόγους κανείς να τον σκεφτεί ξανά και ξανά.
Η ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Κώστας Τοπούζης, Δραματουργική επεξεργασία-Διασκευή-Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου, Σκηνικά: Eύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Εύα Γουλάκου, Μουσική σύνθεση-Ενορχήστρωση: Αλέξανδρος-Δράκος Κτιστάκης, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Χορογραφία: Aλέξανδρος Σταυρόπουλος,
ππόλυτος
του Ευριπίδη
σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου
Στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
7 & 8 Ιουλίου 2023
Η Kατερίνα Ευαγγελάτου, διακεκριμένη σκηνοθέτις και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Φεστιβάλ, επανέρχεται στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο μετά την Άλκηστη (2017) που δημιούργησε ιδιαίτερη αίσθηση.
Η Αφροδίτη στήνει ένα παιχνίδι εκδίκησης και παρακολουθεί με ηδονοβλεπτική ματιά πώς το ανθρώπινο είδος γίνεται άθυρμα των επιθυμιών της. Το μάτι της γίνεται μάτι μας και τα πρόσωπα απογυμνώνονται. Τα γυμνά σώματα μεταφέρουν την έκρηξη, τον πόθο, τη λαγνεία αλλά και την αγνότητα του γένους των ανθρώπων. Μια σκηνοθεσία που βουτάει στο άγριο σύμπαν του έργου του Ευριπίδη βλέποντάς το σαν έναν σύγχρονο εφιάλτη μέσα σε ένα ποιητικό σκηνικό, όπου τα πρόσωπα παλεύουν με τις αδυναμίες τους και ο έρωτας είναι τόσο παράφορος που δεν μπορεί παρά να είναι μοιραίος. Ένας δυνατός θίασος 24 ηθοποιών και τεσσάρων μουσικών θα βρίσκεται συνεχώς επί σκηνής.
Μετάφραση Κώστας Τοπούζης • Δραματουργική επεξεργασία – Διασκευή –Σκηνοθεσία Κατερίνα Ευαγγελάτου
• Σκηνικά Εύα Μανιδάκη
• Μουσική Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης
Η Αφροδίτη στήνει ένα παιχνίδι εκδίκησης και παρακολουθεί με ηδονοβλεπτική ματιά πώς το ανθρώπινο είδος γίνεται άθυρμα των επιθυμιών της. Το μάτι της γίνεται μάτι μας και τα πρόσωπα απογυμνώνονται. Τα γυμνά σώματα μεταφέρουν την έκρηξη, τον πόθο, τη λαγνεία αλλά και την αγνότητα του γένους των ανθρώπων. Μια σκηνοθεσία που βουτάει στο άγριο σύμπαν του έργου του Ευριπίδη βλέποντάς το σαν έναν σύγχρονο εφιάλτη μέσα σε ένα ποιητικό σκηνικό, όπου τα πρόσωπα παλεύουν με τις αδυναμίες τους και ο έρωτας είναι τόσο παράφορος που δεν μπορεί παρά να είναι μοιραίος. Ένας δυνατός θίασος 24 ηθοποιών και τεσσάρων μουσικών θα βρίσκεται συνεχώς επί σκηνής.
Ο «Ιππόλυτος», ένα από τα 19 σωζόμενα έργα του Ευριπίδη, παρουσιάστηκε πρώτη φορά το Μια σκηνοθεσία που βουτάει στο άγριο σύμπαν του έργου του Ευριπίδη βλέποντάς το σαν έναν σύγχρονο εφιάλτη μέσα σε ένα ποιητικό σκηνικό, όπου τα πρόσωπα παλεύουν με τις αδυναμίες τους και ο έρωτας είναι τόσο παράφορος που δεν μπορεί παρά να είναι μοιραίος. Ένας δυνατός θίασος 24 ηθοποιών και τεσσάρων μουσικών θα βρίσκεται συνεχώς επί σκηνής.
428 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια και απέσπασε το πρώτο βραβείο.
Πιστός οπαδός της Άρτεμης, ο Ιππόλυτος απαξιώνει τις χαρές του έρωτα και αρνείται να αποδώσει τιμές στη Αφροδίτη. Διαπράττει ύβρη ωστόσο γιατί δεν έχει σε ισορροπία στη ζωή του τα δύο στοιχεία, το  απολλώνιο και το Διονυσιακό. Δηλαδή με αυτή την  αδιαφορία δημιουργεί μια έλλειψη στην ανθρώπινη του φύση. Για να τον τιμωρήσει, η θεά του έρωτα οργανώνει πλεκτάνη για την καταστροφής του εμφυσώντας στη μητριά του, Φαίδρα, σφοδρό έρωτα για τον πρόγονό της.  Η Φαίδρα εξομολογείται, μέσω της παραμάνας της, το πάθος της στον Ιππόλυτο, αλλά εκείνος την αποκρούει με αγανάκτηση, κατηγορώντας τη φύση των γυναικών. Η Φαίδρα ντροπιασμένη, αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή της, αλλά, προκειμένου να σώσει την τιμή της, αφήνει ένα γράμμα για το Θησέα, με το οποίο κατηγορεί τον Ιππόλυτο πως την πρόσβαλε. Ο Θησέας βρίσκει τη γυναίκα του νεκρή και διαβάζοντας το γράμμα μαθαίνει πως αιτία του θανάτου της είναι ο Ιππόλυτος, που τάχα τόλμησε να την παρενοχλήσει. Ο Ιππόλυτος, δεσμευμένος με όρκο, αποσιωπά τα κίνητρα της Φαίδρας και αφήνεται έρμαιο στην οργή του Θησέα, ο οποίος ζητά από τον προστάτη του  Ποσειδώνα την τιμωρία του γιου του. Όταν η αλήθεια βγαίνει στο φως, είναι πια αργά. Ο Ποσειδώνας εξαπολύει έναν τεράστιο ταύρο , που τρομάζει τα άλογα του Ιππόλυτου και αυτός βρίσκει το θάνατο, μπλεγμένος στα ινία του.  Η Άρτεμη αποκαθιστά την τιμή του αδικοχαμένου πιστού της, αλλά ο Ιππόλυτος, θανάσιμα τραυματισμένος, πεθαίνει στα χέρια του απαρηγόρητου Θησέα.
Το αρχαϊκό και το συμβολικό στην προδοσία με αφορμή τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη
Οι Τραγωδίες που μελετάμε είναι ένα λατρευτικό, πολιτιστικό, πολιτικό και θρησκευτικό μείγμα, όπου η αναδρομική ανάλυση σπάει τα μούτρα της.»  
Jean Gillibert, «Κασσάνδρα, σας σκέφτομαι…»
Νόμος και Θεσμοί στη Δημοκρατική «ΠΟΛΙΝ»
Οι Έλληνες της κλασικής εποχής είναι, σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο πρώτος λαός στην ιστορία της ανθρωπότητας που συνέλαβε και θεσμοποίησε την έννοια της «αυτονομίας»: ο άνθρωπος, σε οργανωμένο σύστημα με άλλους ανθρώπους, έχει την ικανότητα και το δικαίωμα να ορίζει τους νόμους που οργανώνουν τη ζωή του. Μέχρι εκείνη, την κρίσιμη για τον πολιτισμό, στιγμή, οι λαοί λειτουργούσαν με βάση την έννοια της «ετερονομίας»: ο Νόμος δινόταν∙ ήταν ο νόμος του Άλλου, ή ενός άλλου (θεών, Θεού, μυθικών προγόνων, άλλων λαών, κ.ά.).
Η έννοια της αυτονομίας συνδέεται άμεσα με δύο άλλες: αυτή της διαλεκτικής και αυτή της θρησκευτικότητας. Η διαλεκτική εισάγει την έννοια της αναγκαιότητας της μεταβλητότητας των παραγόντων που λειτουργούν σε ένα σύστημα∙ αυτή, όταν ερμηνεύεται και εφαρμόζεται στην πολιτική, σημαίνει τη διαρκή τροποποίηση των νόμων και των θεσμών της πόλεως-κράτους. Η διαλεκτική προτείνει επίσης την αποστασιοποίηση από τις ιδεαλιστικές και τελεολογικές θεωρήσεις για τη ζωή∙ αυτό έχει άμεσες συνέπειες στο θρησκευτικό συναίσθημα, όσον αφορά στην αναπαράσταση και χρήση των θεϊκών-δαιμονικών μορφών: οι μορφές αυτές υφίστανται τη συμβολοποίηση και ως σύμβολα εισάγονται σε ένα σύστημα συνεχούς διεργασίας. Αυτό το σύστημα τις χρησιμοποιεί σταδιακά περισσότερο ως τόπους προβολής των δαιμονικών στοιχείων του ανθρώπου (ως προβολές των πρώιμων τρόπων ψυχικής λειτουργίας), παρά ως εξιδανικεύσεις του Εγώ. Αυτή η κίνηση είναι η συνέπεια της ανάπτυξης του Εγώ των πολιτών και της συλλογικής έκφρασης της πόλεως που αναλαμβάνει (ούσα η έδρα της γνώσης  Facebook
 Twitter
 E-mail
 0
Μια γυναίκα φλέγεται από τον πυρετό του έρωτα. Και το αντικείμενο του πόθου της, ο νεαρός Ιππόλυτος, ο γιος του συζύγου της, μολύνεται κι αυτός άθελά του από το μυστικό της άνομης επιθυμίας της. Κανένας από τους δύο δεν μπορεί να ομολογήσει τι συμβαίνει, να δώσει εξηγήσεις, να απολογηθεί σε τρίτα πρόσωπα. Σε αυτή την ιστορία δεν υπάρχει κυνηγός και θήραμα, παρά μονάχα δυο αγρίμια παγιδευμένα στο ίδιο κλουβί. Το ένα θα επιφέρει την καταστροφή του άλλου. Και αυτή η συντριβή θα γεννήσει, εντός τους και εντός μας, αυτό που αποκαλούμε τραγική γνώση. 
Στην παράσταση του «Ιππόλυτου» δεν αισθανόμαστε εκείνη την ηλέκτριση της ψυχής που προκαλεί το πάθος. 
Κανένας δεν ταράζεται όταν η Φαίδρα εκστομίζει το ένοχο μυστικό της. Την ακούμε να λέει στην Τροφό «τον αγαπώ», αλλά δεν κατανοούμε, δεν μας επιτρέπεται να κατανοήσουμε, τη βαρύτητα της φράσης της: τι μπορεί να έχει συμβεί, πώς φτάσαμε ως εδώ, ποιες ψυχικές διεργασίες προηγήθηκαν; Πώς θα τις αντιληφθούμε, αν δεν ακούσουμε τους ήχους του ερωτευμένου σώματος, αν δεν μεριμνήσει η σκηνοθεσία ώστε να βιώσουμε το αδιέξοδό του; 
Καλώς ή κακώς, δεν μας αφορά η προφανής συνύπαρξη και αλληλεπίδραση προσώπων και πραγμάτων. Η έρημος ή η ζούγκλα των αισθήσεων και των αισθημάτων, η φανέρωσή τους μέσα από ένα βλέμμα, η ενσάρκωσή τους σε μια εικόνα, έναν αναστεναγμό, έναν ξέφρενο χορό, μια καταιγίδα, αυτά μας αφορούν και μας θέλγουν.
Κοιτάζω ένα αντικείμενο σημαίνει βυθίζομαι μέσα σ’ αυτό. Δεν βλέπω μόνο το χρώμα ή το σχήμα του αλλά και όλα τα φαντάσματα που το κατοικούν. Το γράμμα της Φαίδρας, αυτό που συντάσσει προτού πεθάνει για να διασώσει την τιμή της, καταδικάζοντας έναν αθώο, είναι ένα αντικείμενο σημαίνον, πολύτιμο, εκρηκτικό, ολέθριο. Η παράσταση, όμως, το περιφρονεί: βάζει τη σέξι σκανταλιάρα θεά Αφροδίτη να το πετάει πρόχειρα πάνω στο πτώμα της βασίλισσας, όπως εσείς ή εγώ αφήνουμε τους λογαριασμούς επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Εξίσου επιπόλαια, ένα χαζό, μοδάτο φιλί στο στόμα μεταξύ θεάς και θνητής «οδηγεί» τη δεύτερη στην αυτοκτονία. 
Facebook Twitter Όλοι ετούτοι οι έφηβοι που εκτονώνουν επιδεικτικά την ενέργειά τους, δρασκελίζουν ρυάκια, κραδαίνουν φακούς και αφαιρούν αμήχανα τα ρούχα τους ποια σχέση αναπτύσσουν με το δράμα του Ιππόλυτου, πότε δημιουργείται έστω και μία στιγμή ψυχικής σύνδεσης με τον «αρχηγό» τους; Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Οι προβαλλόμενες στην οθόνη ομαδικές ερωτικές περιπτύξεις του Χορού, μιας ντουζίνας νέων αγοριών και κοριτσιών με βερμούδες, θέλουν, φαντάζομαι, να μας δείξουν τι κάνουν οι συνομήλικοι του Ιππόλυτου όσο εκείνος καλπάζει ανέμελος σ’ απάτητα λιβάδια. Εικόνες βιντεοκλίπ που δεν έχουν το παραμικρό να καταθέσουν σχετικά με την παρουσία –ή την απουσία– του έρωτα στη ζωή μας ή στη ζωή του ήρωα. Οργισμένος από την αποκάλυψη της Τροφού, πανικόβλητος στη θέα της ερωτοχτυπημένης μητριάς του, ο ορκισμένος παρθένος φεύγει τρέχοντας από τη σκηνή. Όσο κι αν περιμένουμε να μοιραστούμε μαζί του τον τρόπο που η καινούργια αυτή γνώση τον κόβει στα δύο και τον ταλανίζει αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. 
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΘΕΑΤΡΟ
Λουίζα Αρκουμανέα: «Στην Επίδαυρο δεν υπάρχει “απαγορεύεται”»
08.07.23
Δεν είναι τα αίματα το θέμα (ή το θέαμα), δεν είναι αυτά που θα μας πείσουν για το άδοξο τέλος του Ιππόλυτου, όταν ο Άγγελος που έχει μόλις επιστρέψει από τη σκηνή του κακού δεν καταφέρνει να μας μεταδώσει τη φρίκη του ατυχήματος με την αφήγησή του. 
Δεν είναι η κάμερα αυτή που θα καταγράψει τις λεπτομέρειες του δράματος των προσώπων και των σωμάτων, όταν η οθόνη των συναισθημάτων μένει πάντα λευκή: πόση οπτική ικανοποίηση να αντλήσουμε από τα λεοπάρ μποτάκια ή τα καλλίγραμμα πόδια της Αφροδίτης, προκειμένου να αντισταθμίσουμε τη δυσφορία του προβλέψιμου; Όλοι ετούτοι οι έφηβοι που εκτονώνουν επιδεικτικά την ενέργειά τους, δρασκελίζουν ρυάκια, κραδαίνουν φακούς και αφαιρούν αμήχανα τα ρούχα τους ποια σχέση αναπτύσσουν με το δράμα του Ιππόλυτου, πότε δημιουργείται έστω και μία στιγμή ψυχικής σύνδεσης με τον «αρχηγό» τους; 
Μα ούτε και μεταξύ των κεντρικών ηρώων καλλιεργείται ουσιαστική επαφή. Οι τρεις πρωταγωνιστές δεν συναντιούνται πουθενά υποκριτικά: ένα πιο εσωτερικό είδος ερμηνείας υιοθετεί  η Κόρα Καρβούνη ως Φαίδρα, κλεισμένη στον εαυτό της, στη μοναξιά της, ανήμπορη και αποστραγγισμένη, πασχίζοντας να μεταδώσει κάτι από την παράλυση που προκαλεί το καταπιεσμένο πάθος. Τελικά, μοιάζει να παραδίδεται άβουλη σε μια υποτονική σιωπή, κοιτάζοντας σκυμμένη το πάτωμα, αφήνοντάς μας αμέτοχους, χωρίς να μεταφέρει προς το μέρος μας τον βαθύτερο σπαραγμό της.
Facebook Twitter Η Τροφός της Μαρίας Σκουλά εμφανίζεται ως μια γυναίκα έμπειρη, ψημένη στη ζωή (και στο αλκοόλ), που όχι μόνον δεν σοκάρεται από τη λαγνεία της Φαίδρας αλλά την παρακινεί να κάνει την υπέρβαση και να ζήσει το ανίερο πάθος της. Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος
Στον αντίποδα, ο Γιάννης Τσορτέκης, όλος φωνή και ένταση, διατυμπανίζει τόσο τον θυμό όσο και την οδύνη του ως Θησέας, υιοθετώντας ένα παίξιμο πιο ρεαλιστικό που δεν συνάδει με κανενός άλλου. Η συντριβή του από την αργοπορημένη συνειδητοποίηση της πατρικής αναλγησίας αποδίδεται με την τεχνικά άρτια, φορτισμένη κραυγή του τέλους, δεν αποδεικνύεται αρκετή όμως για να ακυρώσει την προηγηθείσα «φλυαρία» και να αποτυπώσει την αγωνία και την εσωτερική περιπέτεια του τραγικού ήρωα. 
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Το 1998 αντιμετωπίζαμε πιό εύθυμα τους καύσωνες ― video
Πώς να διαβάσεις τους μεγαλύτερους σύγχρονους Ισραηλινούς συγγραφείς
Πώς ένας ερειπιώνας στο κέντρο της Αθήνας μετατρέπεται σε μουσείο
Ο Ορέστης Χαλκιάς συνομιλεί σε επίπεδο «αληθοφάνειας» με τον ρόλο του Ιππόλυτου –ένα άγουρο αγόρι που κάνει τα πρώτα του βήματα σε τόπο, κυριολεκτικά και δραματουργικά, «ιερό»–, πέραν τούτου, όμως, δεν παρασύρει τους θεατές στο επώδυνο ταξίδι του ήρωα προς τη βίαιη και τραγική ενηλικίωσή του. Δίνει δυναμικά το «παρών», αλλά αναλώνεται στην αναπαράσταση μιας αναστάτωσης, ενός θυμού, ενός πείσματος, μιας διαμαρτυρίας. Τα βαθύτερα στρώματα δεν δείχνουν να επηρεάζονται. Ο άγνωστος κόσμος που ξεδιπλώνεται για πρώτη φορά εντός του παραμένει σε μας απρόσιτος.
Η Τροφός της Μαρίας Σκουλά εμφανίζεται ως μια γυναίκα έμπειρη, ψημένη στη ζωή (και στο αλκοόλ), που όχι μόνον δεν σοκάρεται από τη λαγνεία της Φαίδρας αλλά την παρακινεί να κάνει την υπέρβαση και να ζήσει το ανίερο πάθος της. Είναι το πρόσωπο-κλειδί που λειτουργεί καταλυτικά στην εξέλιξη του δράματος, εφόσον επιφορτίζεται με την αποκάλυψη του ολέθριου μυστικού στον Ιππόλυτο, παρ’ όλα αυτά η ερμηνεία της ηθοποιού δεν αντανακλά την εύθραυστη πολυπλοκότητα μιας τέτοιας ακροβατικής πράξης.
Η Έλενα Τοπαλίδου επιτελεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό που της έχει ζητηθεί: γίνεται μια Αφροδίτη-κορίτσι με την κάμερα που διασκεδάζει την πλήξη της –και ενίοτε τη δική μας– εις βάρος των κοινών θνητών.  
Facebook Twitter Ο Ορέστης Χαλκιάς συνομιλεί σε επίπεδο «αληθοφάνειας» με τον ρόλο του Ιππόλυτου, πέραν τούτου, όμως, δεν παρασύρει τους θεατές στο επώδυνο ταξίδι του ήρωα προς τη βίαιη και τραγική ενηλικίωσή του.
Η μουσική του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη συνοδεύει διαρκώς τη δράση, σαν σάουντρακ, επιχειρώντας να της προσδώσει μια διάσταση περισσότερο ονειρική, να την παρασύρει σ’ ένα τοπίο πιο εσωτερικό, πιο γοητευτικό, λιγότερο αυτονόητο. 
Καλώς ή κακώς, δεν μας αφορά η προφανής συνύπαρξη και αλληλεπίδραση προσώπων και πραγμάτων. Η έρημος ή η ζούγκλα των αισθήσεων και των αισθημάτων, η φανέρωσή τους μέσα από ένα βλέμμα, η ενσάρκωσή τους σε μια εικόνα, έναν αναστεναγμό, έναν ξέφρενο χορό, μια καταιγίδα, αυτά μας αφορούν και μας θέλγουν. Ο αινιγματικός δεσμός ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο, ανάμεσα στην ύλη και στην ενέργεια, στο σώμα και στο πνεύμα, αυτά θέλουμε να κατανοήσουμε και αυτά είναι που δεν ανέδειξε η σκηνοθέτις με τη δουλειά της. Από την πρώτη στιγμή νιώθουμε μετέωροι, ανίκανοι να συναισθανθούμε το μείζον διακύβευμα του έργου: το Εγώ στα δίχτυα του έρωτα.
, μάθος) τη διαιτησία ανάμεσα στα πάθη (πάθος) και στα προϋπάρχοντα ήθη (ήθος). Ο Ιππόλυτος του Ευριπίδη παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 428 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια και απέσπασε το πρώτο βραβείο. Είναι ένα έργο που περιγράφει το μεγάλο πάθος της Φαίδρας, της γυναίκας του Θησέα, για τον πρόγονό της Ιππόλυτο, προϊόν τεχνάσματος της θεάς Αφροδίτης, η οποία θέλησε να εκδικηθεί τον τελευταίο για την αφοσίωση του στην Άρτεμη και την απόλυτη απαξίωσή του για τον Έρωτα. Ο Ιππόλυτος, όταν του αποκαλύπτεται αυτός ο έρωτας, τον αποκρούει κι εκείνη αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή της. Ο Θησέας πιστεύει ότι ο γιος του είναι η αιτία του θανάτου της Φαίδρας και ζητά από τον Ποσειδώνα την τιμωρία του. Όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, είναι πια αργά.
Το έργο, που άτυπα εγκαινίασε το 1954 τα Επιδαύρια σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ροντήρη, είναι σύνθετο, με πολλά επίπεδα, διαθέτει δύο Χορούς, έναν αντρικό κι έναν γυναικείο, με ανάλογα χορικά, και τα τέσσερα πρόσωπα που κινούν την πλοκή αποδεικνύονται εξίσου τραγικά: ο Ιππόλυτος, η Φαίδρα, ο Θησέας και η τροφός
Σε αυτή την αφήγηση, μας συστήνεται η Αφροδίτη, η θεά του έρωτα και της ομορφιάς, η οποία ανησυχεί βαθιά για τη διατάραξη της αρμονίας στο σύμπαν λόγω της υπεροπτικής συμπεριφοράς του Ιππόλυτου, ενός ανθρώπου που περιφρονεί τον Έρωτα, τον θεό της αγάπης. Δεν είναι μόνο η περιφρόνησή του για τον Έρωτα που ενοχλεί την Αφροδίτη, αλλά και η τολμηρή κοροϊδία του για αυτή τη θεμελιώδη πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, επιδεικνύοντας την υπερβολική υπερηφάνεια του. Ο Ιππόλυτος έχει αφοσιωθεί θερμά στην Άρτεμη, τη θεά της αγνότητας, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί μια ανησυχητική ανισορροπία στην κοσμική τάξη. Ακριβώς όπως στον φυσικό κόσμο, όταν σχηματίζεται ένα κενό, υπάρχει μια εγγενής τάση για κάτι να γεμίζει γρήγορα αυτό το κενό, οδηγώντας συχνά σε καταστροφικά αποτελέσματα. Ομοίως, όταν τα άτομα επιδεικνύουν αλαζονεία και διαταράσσουν την ισορροπία, το σύμπαν, με την έμφυτη αίσθηση ισορροπίας του, σπεύδει να διορθώσει αυτές τις ανισότητες, με αποτέλεσμα συχνά καταστροφικές συνέπειες.
Η παράσταση
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου πότισε τον Ιππόλυτο με τις πνευματικές και ιδεολογο-αισθητικές ανησυχίες που αποκωδικοποίησε στο κείμενο του Ευριπίδη, με εικονοπλαστική ευρηματικότητα, και υψηλή εικαστική αντίληψη. Οι σκηνοθετικές προσπάθειές της στο αρχαίο δράμα, όχι βέβαια χωρίς αδυναμίες, έχουν ενδιαφέρουσα και υψηλής αισθητικής φόρμα, προβληματισμένη ερμηνευτική «ανάγνωση» των συμβολισμών του μύθου, αλλά και του ψυχισμού των προσώπων της τραγωδίας που επιλέγει να ανεβάσει. Έτσι, η Ευαγγελάτου δεν επιχείρησε να αναπαραστήσει, να υπερθεατροποιήσει αυτό το ψυχολογικό δράμα. Προτίμησε μια μετρημένα αποστασιοποιητική, αφαιρετική αφηγηματική φόρμα. Η σκηνοθέτης, κίνησε, όπως τα πιόνια στο σκάκι, τους ηθοποιούς των πρωταγωνιστικών ρόλων, αλλά κυρίως τους δευτεραγωνιστές. Η σκηνοθετική «ανάγνωση» ζήτησε από τους ηθοποιούς υποκριτική λιτότητα, μια ρεαλιστική ενδοσκόπηση του ψυχισμού και του χαρακτήρα των ρόλων, επιτυγχάνοντας ομοιομορφία μεν, αλλά θυσιάζοντας την συναισθηματική εμπλοκή του κοινού τόσο με το μοιραίο πάθος της Φαίδρας, όσο και με την τραγωδία που βιώνει ο τυφλωμένος από τα ψέματα της θεάς, Θησέας.
Έτσι, η ερμηνεία της Κόρας Καρβούνη είναι αισθητά λιτή, δεν αποκαλύπτει ούτε τη φημολογούμενη παραφορά που τη διακατέχει, και είναι ελλιπής πάθους και έντασης – κάτι που είναι σαφής σκηνοθετική οδηγία και κρατά την καλή ηθοποιό μακριά από μια ακόμα αξιομνημόνευτη ερμηνεία. Ομοίως και η ερμηνεία του Γιάννη Τσορτέκη κινείται κάπως επίπεδα, και ανά στιγμές αμήχανα, εκτός από την τελευταία σκηνή του οδυρμού του,  κατά την οποία το κοινό ευτύχησε μάλιστα να ακούσει την πραγματική του φωνή, καθώς το χειλόφωνο ήταν εκτός λειτουργίας.
Ο Ορέστης Χαλκιάς στην πρώτη του εμφάνιση στην Επίδαυρο φάνηκε να έχει καλά πατήματα. Με μια αρχικά  υπερφίαλη, ίσως όμως στα όρια του κωμικού προσέγγιση, αποκαλύπτει τα ιδεώδη του. Ο Ιππόλυτος είναι συνδεδεμένος με το κίνημα του Ορφισμού που πρεσβεύει και εκπροσωπεί έναν απόλυτα αγνό βίο, στον οποίο κυριαρχεί η καθαρότητα και η αποχή από κάθε ερωτική συνεύρεση, που στόχο έχει να διατηρήσει καθαρό το σώμα και την ψυχή ταυτόχρονα. Καθώς όμως πέφτει στα δίχτυα της θεάς, η ερμηνεία του γίνεται πιο στιβαρή, και αποκαλύπτει την αποκρυφιστική οντότητα του ήρωά του, με τη δέουσα εκφορά και τονισμό του λόγου και με την πλήρη κάλυψη της σωματικής του υπόστασης.
Αποκωδικοποιώντας την πρόθεση του Ευριπίδη η Ευαγγελάτου τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης της την Αφροδίτη. Τα σχέδια της «δολοπλόκου» θεάς – έτσι τη χαρακτηρίζει η Σαπφώ – για την τιμωρία του Ιππόλυτου έχουν καταστρωθεί και θα τη χορτάσουν εκδίκηση.  Η συμπεριφορά του Ιππόλυτου την εξαγριώνει, μετατρέποντάς την σε μια άκρως εκδικητική θεά, που θα κάνει τα πάντα προκειμένου να αποκαταστήσει τον θιγμένο εγωισμό της. Με άγρια σκληρότητα εκθέτει ήδη στην αρχή της παράστασης τα γεγονότα η καταπληκτική Έλενα Τοπαλίδου, με έξοχο χειρισμό της κάμερας, εστιάζοντας στο μάτια της, που προδίδουν ταυτόχρονα και τις «ανθρώπινες» αδυναμίες της θεάς. Η ανάγκη της για εκδίκηση και η τιμωρία του Ιππόλυτου  κινούν την εξέλιξη του έργου, που εμφανίζεται προεπιλεγμένη από τους θεούς ώστε να ελαχιστοποιούνται οι ανθρώπινες ευθύνες. Η Αφροδίτη της Ευαγγελάτου είναι πανταχού παρούσα, παρακολουθεί και καταγράφει κάθε κίνηση των ηρώων που μάταια προσπαθούν να ξεφύγουν από τη μοίρα που εκείνη έχει προδιαγράψει. Η σκηνή που πηδά χαρούμενη στη σκηνή, ως άλλη Τινκερμπελ, όταν καταλαβαίνει ότι τα σχέδια της ευοδώνονται είναι πραγματικά χάρμα ιδέσθαι, καθώς όχι μόνο καταφέρνει να αποφύγει κάθε έννοια παρωδίας, αλλά αντίθετα προσδίδει στην παράσταση το αναγκαίο «σκοτάδι» των επιθυμιών και προθέσεων της.
Η Μαρία Σκουλά στο ρόλο της τροφού έχει σκηνική άνεση, αλλά καθώς εξελίσσεται η δράση μετατρέπεται περισσότερο σε νεαρή φίλη της Φαίδρας, χάνοντας την ωριμότητα αλλά και την ειρωνεία που επιτρέπει ο ρόλος της Τροφού. Ο Δημήτρης Παπανικολάου στο ρόλο του Εξάγγελου έχει την απαιτούμενη δραματικότητα και δεινότητα στην αφήγηση.
Έξοχος ο αντρικός χορός των κυνηγών, με κινησιολογική ένταση, ενώ αντίθετα, αρκετά αδύναμος και αμήχανος εμφανίστηκε ο χορός των γυναικών. Ενδιαφέρουσα ωστόσο η επιλογή της τελικής γυμνότητας όλων μπροστά στην αμείλικτη αλήθεια.
Η Εύα Μανιδάκη φτιάχνει με δεξιοτεχνία ένα απόκοσμο και στοιχειωμένο περιβάλλον, έναν βάλτο, ως το τελευταίο μέρος ανάπαυσης του μελλοντικού εκλιπόντος. Αυτό το δυστοπικό σκηνικό έχει δημιουργηθεί σχολαστικά χρησιμοποιώντας οργανικά στοιχεία όπως στάχυα, πέτρα, λάσπη και νερό. Αυτό το φυσικό σκηνικό αποτυπώνει αβίαστα και μεταφέρει την ίδια την ουσία της παραγωγής – την περίπλοκη και λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε δύο ξεχωριστές σφαίρες, το θεϊκό και το ανθρώπινο, καθώς και την αντιπαράθεση ομορφιάς και ασχήμιας. Ωστόσο, η παρουσία του νερού είναι που παίζει καθοριστικό ρόλο στον χαμό της Φαίδρας, καθώς γίνεται ο υγρός τάφος της. Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την αφήγηση του Ευριπίδη, η Φαίδρα αυτοκτονεί μέσω απαγχονισμού.
Η παράσταση δημιουργεί μια έντονα μεταιχμιακή ατμόσφαιρα που ενισχύεται από το οπτικά σαγηνευτικό υλικό, που συχνά θυμίζει βίντεο κλιπ. Σε αυτή τη συναρπαστική εμπειρία προστίθεται η ενδοσκοπική ηλεκτρονική μουσική που συνέθεσε ο Αλέξανδρος Δράκος-Κτιστάκης, η οποία ενσωματώνει στοιχεία post rock. Επαρκή τα κουστούμια της Ευας Γουλάκου, με σημαντικότερη επιλογή την queer εμφάνιση της Αφροδίτης.
Αξίζει να ειπωθεί για μια ακόμα φορά ότι τα χειλόφωνα στην Επίδαυρο δημιουργούν πρόβλημα. Εκτός των όποιων μικροφωνισμών που αποσυντόνιζαν το κοινό, οι θεατές του κάτω διαζώματος είχαμε την ατυχία να ακούμε τόσο την κανονική φωνή, όσο και την μικροφωνική της εκδοχή ταυτόχρονα, ενώ σε κάποιους ερμηνευτές δημιουργούσε την αίσθηση συριγμού.
Στο σύνολο της είναι μια υψηλής αισθητικής παράσταση. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ο ρόλος της θεάς Αφροδίτης απολαμβάνει τέτοια έμφαση, και καθώς η Έλενα Τοπαλίδου σαρώνει τη σκηνή, γίνεται αναμφισβήτητα σημείο αναφοράς αυτού του ανεβάσματος, μαζί με το καταπληκτικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη. Παρά τις όποιες αδυναμίες της, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, που αξίζει σίγουρα προσοχής.