ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ04

ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ «ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ»
ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ
Σε Σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη
Και Μετάφραση Κ. Χ. Μύρη

«Παράδειγμα ασταθούς χαρακτήρα είναι η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, εκείνη δηλαδή
που ικέτευε δε μοιάζει καθόλου με την κατοπινή».
Ο Αριστοτέλης δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα την εξέλιξη ή τη μεταστροφή του
ήθους ενός τραγικού χαρακτήρα.
Αυτό που κατά τον μεγάλο θεωρητικό ήταν προφανώς μειονέκτημα του συγγραφέα
γιατί άλλαζε την αντίληψη που είχαν για τον αρχαιτυπικό ρόλο των ηρώων κατά
τον 5ο αιώνα, σήμερα τον τοποθετεί πολύ πιο κοντά στη σύγχρονη αντίληψη
περί «ψυχολογίας» του ατόμου, χωρίς βέβαια να προσχωρεί ο Ευρυπίδης στη
σημερινή αντίληψη περί δράματος που είναι γέννημα του Διαφωτισμού και άλλων
κοινωνικών δομών, άγνωστων στην αρχαιότητα. Οσες ρωγμές κι αν άνοιξε η
σοφιστική στο Αισχύλειο σύμπαν, όσες ανατροπές κι αμφισβητήσεις αν έφερε,
οι ήρωες παραμένουν χαρακτήρες «αρχαιτυπικοί», καθόλου καθημερινοί ,
βγαλμένοι κατ’ ευθείαν από το ομηρικό «εκμαγείο» παρά την αντιηρωϊκή ματιά
του συγγραφέα. Το έργο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο προϋποθέτει το
έπος, προϋποθέτει την Ιλιάδα, την σχολιάζει, την ανατρέπει. Κλείνει συνεχώς
ο συγγραφέας το μάτι στο κοινό του καιρού του και μάλιστα προκλητικά, ένα
κοινό που όχι μόνο γνωρίζει το έπος, αλλά το θεωρεί απόλυτα κτήμα του.
Τι έχουμε λοιπόν σ’ αυτήν την τραγωδία:
Ένα χορό από κοριτσόπουλα της Χαλκίδας που έρχονται να θαυμάσουν τους ήρωες
ενός άλλου ποιήματος και τελικά έρχονται αντιμέτωπα με την πλήρη
απομυθοποίηση των νεανικών τους φαντασιώσεων.
Έναν «άπορο» Αγαμέμνονα σε πλήρη σύγχυση ρόλων (πατέρας και βασιλέας) και
αδυναμία εκπλήρωσης αυτών.
Έναν «μηδαμινό» Μενέλαο.
Έναν Αχιλλέα που «ανδρώνεται» μέσα από την αποφασιστικότητα και την
«ανδρεία» της παρθένου Ιφιγένειας.
Μία προσβεβλημένη ως μητέρα Κλυταιμνήστρα, που προαναγγέλλει το μέλλον του
φόνου του Αγαμέμνονα , αλλά και τον δικό της θάνατο από τον Ορέστη.
Μία κόρη, την Ιφιγένεια, που είναι «άξια του γένους της» και που
υιοθετώντας τις ανδρικές αρετές που οι άνδρες δεν είναι σε θέση να
ενσαρκώσουν, γίνεται συνειδητά το πρότυπο για να μετατραπεί ο όχλος στο
στρατό των μελλοντικών «ηρώων» και που ανταλλάσσει το γάμο της με τη θυσία.
Το έργο όπως είναι φανερό επιδέχεται πλείστες όσες αναγνώσεις. Ο σκηνοθέτης
της παράστασης υιοθέτησε περισσότερο «μια πολιτική» προσέγγιση και την
υπηρέτησε με σταθερότητα και ευκρίνεια. Ετσι τόνωσε την δραματική ένταση
των συγκρούσεων μεταξύ των κυρίων προσώπων (Αγαμέμνονας-Μενέλαος-
Κλυταιμνήστρα-Αχιλλέας), φέρνοντας στην επιφάνεια την στρατοκρατική
αντίληψη για την εξουσία και την έννοια εξυπηρέτησης μιας «κοσμικής
ανάγκης».
Η απαίτηση της θεάς για τη θυσία της Ιφιγένειας γίνεται φενάκη και εντελώς
ανθρώπινες ισορροπίες καλούνται να τηρηθούν.
Η απότομη μεταστροφή της Ιφιγένειας και η αποδοχή της θυσίας για το καλό
«των Ελλήνων», παίρνει ειρωνική χροιά, σα να καταγγέλλει έναν κούφιο
πατριωτισμό.
Η εκούσια θυσία της μικρής παρθένου, τονίζει ακόμα περισσότερο τον «ξερό
κρότο» από τις πανοπλίες των «ηρώων».
Ο χορός των κοριτσιών θέλει μάλλον να σχολιάσει από μια σύγχρονη θέση τα
δρώμενα (σύγχρονα και τα κοστούμια του Γ. Πάτσα , λευκά, εκδρομικά) ή να
μας τα αφηγηθεί. Ετσι τοποθετείται αντί κορυφαίας, ένας αφηγητής της
ιστορίας (Αλεξάνδρα Σακελαροπούλου), που μας εισάγει και μας πληροφορεί για
το τι θ’ ακολουθήσει. Με τη μουσική του Γ. Ανδρέου και την φυσική παρουσία
της Ελένης Τσαλιγοπούλου που τραγουδά μαζί με το χορό, τονίζονται μ’ έναν
τρόπο τα λυρικά κυρίως μέρη. Γενικά ο χορός στον Ευρυπίδη αποτελεί πάντα
ένα πρόβλημα προς λύση, όχι από τα πιο εύκολα.
Οι μεγαλύτεροι σύμμαχοι για την υλοποίηση της παραπάνω άποψης του
σκηνοθέτη ήταν οι ηθοποιοί της παράστασης .
Μια Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ίσως στην πιο ώριμη στιγμή της, που μας
συγκλόνισε ως Κλυταιμνήστρα.
Γέμισε η σκηνή του Αρχαίου Ωδείου της Πάτρας με την μεγαλόπρεπη παρουσία
της. Εισήλθε ως φοβερή Βασίλισσα και εξήλθε ως οργισμένη μάνα που ήδη
προετοιμάζει την εκδίκηση για το φόνο των παιδιών της.
Μπροστά της πολύ λίγος ένας φοβισμένος Αγαμέμνονας, παιγμένος σε ιδιαίτερα
χαμηλούς τόνους από τον Στέλιο Μάινα.
Αποκάλυψη για μας ήταν και η φίνα ερμηνεία της Μ. Πρωτόπαπα στο ρόλο της
Ιφιγένειας. Με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών της μέσων η αρκετά νέα
ηθοποιός, ισορρόπισε ανάμεσα στον τρόμο του θανάτου και την αποδοχή της
θυσίας. Η ειρωνική χροιά που προαναφέραμε, υπηρετήθηκε κυρίως από τη δική
της προσωπική δυνατότητα μιας πολυεπίπεδης ερμηνείας.
Ενας κούφιος και δόλιος Μενέλαος προέκυψε από την ερμηνεία του έμπειρου πια
Γιάννη Νταλιάνη, ενώ ο Νίκος Κουρής προοικονόμησε τον μελλοντικό ηρωικό
Αχιλλέα.
Μία σφιχτή παράσταση με τονισμένη τη δράση , δομημένη μεν για ανοιχτούς
χώρους, αλλά σοφά όχι για τη χοάνη του κοίλου της Επιδαύρου.

ΑΘΗΝΑ 1-7-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ