«ΤΑ ΚΑΜΜΕΝΑ ΒΟΥΡΛΑ»
Της Δήμητρας Παπαδοπούλου
Σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή
Στο θέατρο «ΗΒΗ»
Η Δήμητρα Παπαδοπούλου έχει θητεύσει με επιτυχία στην τηλεόραση και
γνωρίζει καλά την «τηλεοπτική γραφή», δηλαδή εκείνη την ειδική «ίντριγκα»
που καθηλώνει τον θεατή στον καναπέ του, το ανεκτό τηλεοπτικό χιούμορ, με
ειδικότητα κυρίως στην «ανατρεπτική ατάκα» της τηλεοπτικής λογικής.
Στα «Καμμένα Βούρλα» επιχειρεί να «κάψει» το πιο προχωρημένο φαινόμενο της
τηλεοπτικής ζωής που δεν είναι άλλο από τα Reality Shows.
Τον καμβά αποτελεί μια μεσοαστική οικογένεια που διαθέτει τα εξής σύγχρονα
χαρακτηριστικά. Πρώτον το ζευγάρι μισείται θανάσιμα μεταξύ του , δεύτερον ο
γυιός είναι gay, τρίτον η σύζυγος είναι σκύλα, τέταρτον ο σύζυγος
βασανίζεται από ενοχές λόγω αντιστασιακού παρελθόντος ενώ παράλληλα
διατηρεί ως ερωμένη ένα φυτό γλάστρας με σωστές αναλογίες, πέμπτον η
οικογένεια αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και έκτον το ζευγάρι ανήκει
επαγγελματικά στο χώρο της τηλεοτικής show biz. Στην ευρύτερη οικογένεια
ανήκει μία κουνιάδα που διανύει την πρώτη περίοδο της κλημακτηρίου της και
ένας αδερφός που εγκαταλείπει τα εγκόσμια για να βρει τον εαυτό του στη
μοναστική ζωή του Αγίου Ορους, περνώντας όμως που και που από τα μονοπάτια
της κόκας.
Για να λύσει το οικονομικό και προσωπικό της αδιέξοδο, η σύζυγος αποφασίζει
να εκθέσει την ζωή της οικογένειάς της σε ένα reality show διαρκείας,
τοποθετώντας κάμερες στο ίδιο της το σπίτι, εν αγνοία αρχικά των υπολοίπων
μελών.
Εφάνταστη ιδέα που δίνει δυνατότητες στην συγγραφέα να θίξει όλο το
νεοελληνικό οικογενειακό καρκατσουλιό και την έκπτωση κάθε ήθους της
κοινωνίας μας. Η ιδιωτικότητα, υποτιθέμενο ιερό δικαίωμα του σύγχρονου
ανθρώπου που αποτελεί ιστορική κατάκτηση μόλις των τελευταίων αιώνων και
που απειλείται άμεσα από την σύχρονη εξουσία παγκοσμίως, θυσιάζεται
οικειοθελώς, στο βωμό της εφήμερης δημοσιότητας, του κέρδους και της
άκρατης ματαιοδοξίας. Παράλληλα θυσιάζεται κάθε αξία που εμπεριέχεται στην
έννοια των ανθρώπινων σχέσεων, πολιτισμικό στοιχείο της ανθρώπινης
κοινωνικότητας.
Όμως οι προαναφερόμενες δυνατότητες έμειναν σχεδόν μόνον τέτοιες. Δηλαδή
δυνατότητες.
Στο έργο δεν έγινε εφικτό να σκιαγραφηθούν χαρακτήρες αλλά μόνο
συμπεριφορές ή μάλλον καρικατούρες συμπεριφορών. Το αδιανόητο (όπως είναι η
εκούσια έκθεση της οικογένειάς σου) δεν έφερε το αποτρόπαιο, όπως θα ήταν η
φυσική του συνέπεια. Γιατί αυτό που κριτικάρει, δηλαδή η τηλεπτικοποίηση,
έχει διαφθείρει το ίδιο το μήνυμα, που ταυτίζεται με το μέσο. Η γιατί το
θέμα που θίγεται είναι πάρα πολύ σοβαρό και το είδος πολύ ανεπαρκές για να
το αγγίξει. Μένει μόνο η αίσθηση της πλάκας. Μιας πλάκας που μπορεί κανείς
να την παρακολουθήσει στην τηλεόραση . Αλλωστε η σκηνή του θεάτρου δεν
είναι παρά η συνέχειά της. Τέλος μου έκανε εντύπωση πως ίσως από κεκτημένη
τηλεοπτική ταχύτητα και ροπή στο κοινότοπο και το κλισέ (κατ’ εξοχήν
τηλεοπτικές ιδιότητες), το έργο διαθέτει έναν ιδιότυπο μισογυνισμό . Όλα τα
θηλικά του έργου είναι σχεδόν μεταλλαγμένα, υστερικά, ανεγκέφαλα και
συμφεροντολόγα.
Ο Στ. Φασουλής δεν κατέχει απλώς την τέχνη της θεατρικότητας, την έχει στο
τσεπάκι του. Τέτοια ευκολία. Και με αυτήν την δοκιμασμένη ευκολία του,
σκηνοθέτησε τον έμπειρο ούτως ή άλλως θίασο. Τόσο που η παράσταση δεν
διέθετε καμμία έκπληξη.
Ευτυχώς το ρόλο της Βασιλικής (σύζυγος) κράτησε η Ελένη Καστάνη που έχει
καταφέρει να προσδίδει κάποια αξιοπρέπεια στα πρόσωπα που υποδύεται,
μειώνοντας ακόμα και τα εγγενή ελλαττώματά τους.
Πάντα μετρημένος ο Τάσος Χαλκιάς (σύζυγος-Φώτης), ενώ πληθωρική η παρουσία
του Αντώνη Λουδάρου. Βέβαια τα πλούσια σκηνικά (Γιώργος Γ,αβαλάς) είναι
πλέον must για τέτοιου είδους θεάματα.
ΑΘΗΝΑ 7-1-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ