ΛΑΧΤΑΡΩ04

«ΛΑΧΤΑΡΩ»
Της Σάρας Κέην
Από τη «ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ»
του ΘΕΑΤΡΟΥ ΟΔΟΥ ΚΥΚΛΑΔΩΝ
Σε Σκηνοθεσία ΛΕΥΤΕΡΗ ΒΟΓΙΑΤΖΗ

Σ’ ένα τοπίο υγρό, με τη βροχή να μαστιγώνει αλύπητα και τους τοίχους
πράσινους να στάζουν υγρασία, τέσσερα πρόσωπα, δύο άντρες και δύο γυναίκες,
στέκονται ετοιμόρροποι σε κάποιες νησίδες , έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να
γλυστρίσουν στα βαλτόνερα που βρίσκονται ανάμεσά τους. Η μπόρα που ξεσπά
κάθε τόσο δεν τα ξεπλένει, σα βρώμικη κι αυτή, στέκεται γλυτσερή στην
επιφάνεια, σα μεγάλη λαδιά.
Αυτά τα πρόσωπα που κατά την συγγραφέα ορίζονται ως η C (κορίτσι), o B
(αγόρι – αδελφός), o A (Συγγραφέας, Αυτουργός, Βιαστής, Αντίχριστος) και η
Μ (μητέρα) μιλούν. Στον εαυτό τους, σε μας, ο ένας σε κάποιον απέναντί του;
Δεν ξέρουμε και ούτε έχει σημασία.
Από τα λόγια τους, νοιώθουμε περισσότερο παρά καταλαβαίνουμε, ότι πρόκειται
για πλάσματα αφανισμένα από την έλλειψη της αγάπης, προδωμένα από την
αναζήτηση της αγάπης, κακοποιημένα κατά συρροήν, βιασμένα στην ψυχή , θύτες
και θύματα που αναζητούν σα βάλσαμο ψυχής να περιέλθουν στον μη-τόπο. Στο
πέρα από τη ζωή. Στην εκμηδένιση.
Ετσι είδε ο Λευτέρης Βογιατζής το προτελευταίο έργο (πριν το θάνατό της)
της Σάρα Κέην.
Και οφείλομε να πούμε ότι έτσι άγγιξε κι εμάς.
Ο Βογιατζής είχε τολμήσει ν’ ανεβάσει ως γνωστόν το πιο «αντι-θεατρικό»
έργο της αυτόχειρος συγγραφέως το «ΚΑΘΑΡΟΙ ΠΙΑ» που είχε ξεσηκώσει στην
Αγγλία θύελλα αντιδράσεων για την ωμή βία και την σκληρότητα της σκηνικής
αναπαράστασης.
Το «Λαχταρώ» βέβαια έγινε πιο αποδεκτό από τους θεατρικούς κριτικούς μιας
και η φόρμα του δεν συγκρούεται μετωπικά με τη θεατρική σύμβαση.
Διαλλέγεται διακειμενικά με την «Ερημη χώρα» του Ελιοτ και τον Μπέκετ.
Αγγίζει το ποιητικό θέατρο. Η σκληρότητα εμπεριέχεται στο βάθος της
ανθρώπινης κατάστασης που αναπαριστά και όχι στη σκηνική αναπαράστασή της.
Η γροθιά αυτή τη φορά δίνεται στο μυαλό και όχι στο στομάχι. Γι αυτό κατά
τη γνώμη μου είναι και πιο καίρια. Προειδοποιεί για το επόμενο και
τελευταίο της έργο το «4.48 Ψύχωση» (που είδαμε σε μια καταλυτική
παράσταση της Ρούλας Πατεράκη) και κυρίως για το πραγματικό της τέλος. Η
Σάρα Κέην αποτελεί η ίδια το θεατρικό της έργο. Η λεπτή γραμμή που
διαχωρίζει το βιωματικό έργο τέχνης, από τη σκέτη διαταραχή και την
παθολογία , επιβεβαιώνεται με το «Λαχταρώ» και συνάμα αναγκάζει όλους μας,
καλλιτέχνες, κοινό και κριτικούς ν’ αποδεχτούμε το σοκ μιας ακραίας
θεατρικής παρουσίας, που παραβίασε συνειδητά τα όρια και έλαμψε για μια
στιγμή στο στερέωμα , τόσο, όσο ήταν αρκετό να μας φανερωθεί ο κρυφός
φασισμός και ο λανθάνων σεξισμός της φιλελεύθερης κοινωνίας μας. Κυρίως δε
να μας τρομάξει με την όψη της «μαύρης τρύπας» που ελλοχεύει στο
υποσυνείδητο του καθένας μας, εκεί που μαζεύονται τ’ ανομολόγητα και τ’
ανείπωτα .
Η Αρχαία Τραγωδία είχε ανάγκη τους θεούς για να βάζουν τάξη στ’ ανθρώπια
και το χάος. Η ανθρώπινη τραγωδία στο Μπέκετ, έγκειται στην αποδοχή ότι
θεός δεν υπάρχει. Η απελπισία της Σάρας Κέην προέρχεται από το παράπονο ότι
ο θεός μας πρόδωσε όλους. Και αυτό δεν μπόρεσε να τ’ αντέξει.
Ο Λευτέρης Βογιατζής ερμήνευσε τον κουρασμένο μεσήλικα Α με όλο το βάρος
των χρόνων της εμπειρίας του, ενώ ενορχήστρωσε έναν ευαίσθητο θίασο που
απέδωσε με απόλυτο ρυθμό ένα πολύ δυνατό κείμενο.
Η Αγγελική Παπαθεμελή (C), ο Βασίλης Μπουλουγουρής (Β) και η Αγλαϊα Παππά
(Μ), μετέφεραν αυθεντικά επί σκηνής την πονεμένη φωνή της συγγραφέως.
Μαγικό το υγρό σκηνικό του Μάγιου Τρικεριώτη, αποτελούσε ήδη μέρος της
σκηνοθετικής ματιάς, ενώ τέλος θεωρώ τη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη και
τις σημειώσεις της στο πρόγραμμα, πολύτιμη συνεισφορά στην ελληνική
απόδοση.

ΑΘΗΝΑ 14-1-03

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ