«Λεωφορείο ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς σε Μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και
Σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαϊδη από το ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ, στο Θέατρο «Απόλλων» της
Πάτρας
Στη σκηνή του παλιού, αρχοντικού θεάτρου του Τσίλλερ, με το χρώμα της
σέπιας και τη γοητεία του χρόνου που έχει περάσει, παίζεται, σημειώνοντας
μεγάλη εισπρακτική επιτυχία εν καιρώ κρίσης, το γνωστό κλασικό έργο του
μεγάλου Αμερικάνου συγγραφέα. Αυτά τα θέατρα διαθέτουν μια δική τους
θεατρικότητα την οποία δανείζουν αναγκαστικά στο έργο που φιλοξενούν.
Ετσι όσο «ρεαλιστικό» κι αν είναι είτε το έργο είτε η σκηνική του ανάγνωση,
αυτό εντάσσεται στη γοητεία του χώρου, παίρνει κάπως την παλιά του μυρωδιά
και ίσως αντανακλά ένα είδος αστικής παρακμής, ποιητικά αποδιδόμενης.
Με τούτα και με κείνα λοιπόν, ο ίδιος ο χώρος χώνεψε μια χαρά την Μπλανς
Ντιμπουά, τις ματαιώσεις της, την ανάγκη της να διατηρεί τις ψευδαισθήσεις
και τα ζωτικά της ψεύδη, τη μαραμένη ομορφιά της. Ταυτόχρονα θεατρικοποίησε
σωστά το τρίγωνο της βίας, Μπλανς-Στάνλεϋ-Στέλλας, και παραδόξως ενέταξε
σ’ αυτήν την θεατρικότητα ομαλά τη λαϊκή γειτονιά στην οποία σταματά το
«Λεωφορείο ο Πόθος».
Ο Βασίλης Νικολαϊδης δεν προέβη σε κανέναν εκσυγχρονισμό, ούτε του
κειμένου, ούτε της σκηνοθεσίας του. Αντίθετα άφησε το κείμενο με την
εσωτερική του πληρότητα να οδηγήσει τις ερμηνείες, με αποτέλεσμα μια σφιχτή
λειτουργική παράσταση που αναδείκνυε τις σχέσεις των προσώπων, τις
συγκρούσεις τους και τα ανελέητα πάθη τους. Κάθε χαρακτήρας γίνεται ο
καθρέφτης της ελλειμματικότητας του άλλου, κυρίως του πιο αδύναμου, που
μιας και δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξει πρόσωπο, σπάει τον καθρέφτη. Μια
παράσταση υπό τον τζαζ ήχο του σαξόφωνου που σχολίαζε τη μοναχικότητα των
προσώπων.
Ταυτόχρονα έφτιαχνε εκείνη την ασφυχτική κοινωνική ατμόσφαιρα που δεν
επιτρέπει σε κανέναν ν’ ανασάνει, κανέναν διαφορετικό να επιβιώσει, που
ξορκίζει την μη χειραγωγήσιμη σεξουαλικότητα .
Θεωρώ πως η Κάτια Γέρου βρέθηκε σε μία από τις καλύτερες στιγμές της
καριέρας της.
Απέδωσε τον τραυματισμένο ψυχισμό της Μπλανς με παρρησία ,ως μια αντιφατική
προσωπικότητα που το εύθραυστο διαθέτει δύναμη ζωής και αδυναμία συνάμα. Ο
Στάνλεϋ Κοβάλσκι του Αλέξανδρου Μπουρδούμη ήταν ένα λαϊκό μπρουτάλ αγόρι,
χωρίς ρωγμές. Προσωπικά πιστεύω ότι ο θρυλικός ήρωας του Ουίλιαμς ήταν κάτι
παραπάνω.
Ο υπόλοιπος θίασος (Ζαχαρούλα Κληματσάκη, Μαργαρίτα Βαρλάμου, Δημήτρης
Μόσχος, Κωνσταντίνος Φάμης, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Ηλέκτρα Νικολούζου, Θωμάς
Γκανάς) απόλυτα συντονισμένος με ρυθμό και ένταση. Ο Γιάννης Κοτσαρίνης
αποδεικνύει με την παρουσία του πώς ένας δεύτερος ρόλος μπορεί να
μαγνητίζει και να δίνει διάρκεια στη στιγμή.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ