ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ’10

«ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ» του Αριστοφάνη, σε Μετάφραση Κ.Χ.Μύρη, Σκηνοθεσία, Γιάννη
Κακλέα, Δραματουργική επεξεργασία Γιάννη Κακλέα και Εύα Σαραγά Σκηνικά
Μανώλη Παντελιδάκη, Κοστούμια Ελένη Μανωλοπούτλου και Μουσική Σταύρου
Γασπαράτου, στο Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Τον γνωστό αριστοφανικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο η Αθηναία Λυσιστράτη για
να σταματήσει τον καταστροφικό πελοποννησιακό πόλεμο, σκαρφίζεται το
τέχνασμα της ερωτικής αποχής, ενώνοντας της γυναίκες όλης της Ελλάδας για
το σκοπό αυτό, ανέλαβε να διδάξει σκηνικά ο Γιάννης Κακλέας, και ήδη από
την αρχή της παράστασης κατάφερε να μας ξαφνιάσει, να εξηγήσει καθαρά την
οπτική του και να μας κάνει να ξεχάσουμε όλες τις «Λυσιστράτες» της
τελευταίας τριακονταετίας τουλάχιστον.
Οντως αυτή η «Λυσιστράτη» ήταν διαφορετική.
Και εξηγούμαι:
Πέρα από το φιλειρηνικό του περιεχόμενο, ο σκηνοθέτης βλέπει το έργο με
φόντο την ανάμνηση του ανδρόγυνου και την αγωνία του ανθρώπου να βρει το
άλλο του μισό προκειμένου να ολοκληρωθεί.
Ετσι ακόμα από την έναρξη της παράστασης και ενώ παρακολουθούμε ένα
ανδρόγυνο ζευγάρι να χορεύει, ακούμε ηχογραφημένο απόσπασμα από το
Συμπόσιον (ή περί έρωτος) του Πλάτωνα, όπου εξηγείται ο μύθος του
Ανδρόγυνου φύλου, του τρίτου φύλου και ο βίαιος διαχωρισμός του από τον
Δία, που φοβήθηκε την τρομερή του δύναμη και τον ανταγωνισμό.
Ταυτόχρονα την παράσταση διακόπτει ένα σύγχρονο ζευγάρι που τσακώνεται στο
κοίλον (ξεκαρδιστικές οι αντιδράσεις του κοινού μέχρι να καταλάβει ότι «ο
τσακωμός» περιλαμβανόταν στην παράσταση), ο άνδρας τραβάει την κοπέλα στη
σκηνή και έτσι εισέρχεται στη δομή του έργου το σύγχρονο πρόβλημα των
ερωτικών σχέσεων, η σύγχρονη έλλειψη αλληλοκατανόησης των δύο φύλων και το
αρχαϊκό – διαχρονικό αντίστοιχο αίτημα.
Όλα συμβαίνουν σε ένα επικλινές σκηνικό, ένα υπόλευκο οδόστρωμα που στην
κορυφή του βρίσκεται σταθμευμένο ένα λευκό περιπολικό, λευκά λάστιχα
αυτοκινήτου, λευκά ποδήλατα, μία λευκή βέσπα, κρεβάτια , κιβώτια, μπαούλα.
Σ’ αυτόν τον χώρο εισβάλλει ένα πολύχρωμο πλήθος από drag queens που
διαθέτουν όλα τα θηλυκά φετίχ, (όχι ακριβώς γυναίκες, αλλά ανδρόγυνες
περφόρμερ), ψηλοτάκουνες γόβες, κοστούμια από πολύχρωμα σουτιέν, στρας,
καπελαδούρες και φτερά, αλλά και ένας χορός τρυφερών γυναικών που φορούν
ασπρόμαυρα υπολείμματα ή αναπαραστάσεις νυφικών, αλλά και ζαρτιέρες και
ό,τι άλλο περιλαμβάνει μια gay φαντασίωση περί του θηλυκού.
Ετσι τα φύλα ανακατεύονται, μεταμορφώνονται το ένα στο άλλο (ο Μάκης
Παπαδημητρίου ως Μυρρίνη αλλά και Κυνησίας), η Μυρίνη (Ελένη Κοκκίδου)
ανάβει τον σύζυγό της παίζοντας ρόλους (σαν από ταινία soft πορνό), ενώ το
χορευτικό ζευγάρι εμφανίζεται και χάνεται μεταμορφούμενο συνεχώς.
Ο Κακλέας δεν φείδεται θεατρικών μέσων. Χρησιμοποιεί ακόμα και προβολές σε
λευκό σεντόνι, ενώ η μουσική ανακατεύεται σε όλα με έναν χαριτωμένο,
διακριτικό και τρυφερό τρόπο, ενσωματώνοντας ακόμα και ήχους από πιστολάκια
μαλλιών.
Το όλο θέαμα απέπνεε μια στέρεη αισθητική άποψη , ο λόγος ήταν όμορφος και
ευκρινής χωρίς επιθεωρησιακές εύκολες ατάκες με μόνες πολιτικές αιχμές την
απαλλαγή της χώρας από τους κλέφτες και την αποδοχή των μεταναστών ως δικών
μας πολιτών και τελικά διαπερνούσε όλο το εγχείρημα μια ήρεμη θλίψη παρ’
όλο το χιούμορ και τη σκωπτική βωμολοχία.
Οι συντελεστές ήταν ο ένας καλύτερος από τον άλλον, αλλά νομίζω πως θα
θυμόμαστε για πάντα τις γάμπες του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου (Λυσιστράτη), σαν
παρένθεση, να ισορροπεί στα ψηλοτάκουνα, σαν λαϊκή Κάρμεν, με ήρεμο τόνο να
συμμαζεύει τον ανδρόγυνο θίασό του και να τον οδηγεί στη νίκη.

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ